Διαβάσαμε και ακούσαμε, το απόγευμα της Τετάρτης 16 Μαρτίου 2022, το διάγγελμα του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη μέσω του οποίου επιχείρησε να ανακοινώσει ένα νέο πλαίσιο στήριξης απέναντι στην ακρίβεια που δοκιμάζει τις αντοχές ελληνικών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Για την ακρίβεια, προσπαθήσαμε να ακούσουμε κάτι πραγματικά χειροπιαστό που να διευκολύνει τους πολίτες αυτής της χώρας, τα πορτοφόλια των οποίων αδειάζουν σε χρόνο dt και οι οποίοι εκφράζουν ολοένα και πιο έντονα τη δυσαρέσκειά τους για τις υψηλές τιμές στην ηλεκτρική ενέργεια και στα καύσιμα σε συνδυασμό και με τα πολύ χαμηλά εισοδήματα.
Δυστυχώς, όμως, το διάγγελμα μάς απογοήτευσε – για μια ακόμα φορά.
Και μας απογοήτευσε διότι για μια ακόμα φορά είδαμε έναν πρωθυπουργό να στέκεται στο σπίτι του (ή στο πρωθυπουργικό του γραφείο) και να παραμένει μακριά από τα προβλήματα του λαού του.
Διότι όταν ακούμε τον κ. Μητσοτάκη να μιλάει για “δυνάμεις του λαϊκισμού που επιχειρούν και πάλι να διακινήσουν εύκολες και απλοϊκές απαντήσεις σε δύσκολα και σύνθετα ερωτήματα” (δηλ. είμαστε λαϊκιστές που ισχυριζόμαστε πως π.χ. το κόστος αγοράς καυσίμων είναι αδιανόητα μεγάλο και πως πρέπει να μειωθεί πάραυτα),
και να δηλώνει πως “δεν πρόκειται, για να φανώ προσωρινά ευχάριστος, να υπονομεύσω την αναπτυξιακή πορεία του τόπου μας”
τότε το μόνο που μπορούμε να υποθέσουμε είναι πως ο κ. Μητσοτάκης είναι πρωθυπουργός… του Ουζμπεκιστάν ή της Παραγουάης ή της Ζιμπάμπουε ή των Νησιών Σαμόα (ή οποιασδήποτε άλλης μακρινής χώρας του κόσμου) – αλλά όχι πρωθυπουργός της Ελλάδος!
Αλήθεια, για ποια αναπτυξιακή πορεία μιλάτε κ. πρωθυπουργέ;
Δεν λέμε, καλές είναι οι περιπτώσεις μεγάλων εταιρειών που επιχειρούν να έρθουν στην Ελλάδα και να επενδύσουν. Καλοδεχούμενες.
Αλλά πόσες θέσεις εργασίας μπορούν να προσφέρουν αυτές οι περιπτώσεις σε μια χώρα με τόσο μεγάλα ποσοστά ανεργίας, όπως η Ελλάδα;
Πώς μπορείτε κ. πρωθυπουργέ να μιλάτε για αναπτυξιακή πορεία του τόπου μας όταν η αγορά και η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα (η ραχοκοκαλιά της οικονομίας μιας χώρας) ζουν κυριολεκτικά “με τεχνητές αναπνοές”, χωρίς να γνωρίζουν αν θα μπορέσουν να βγάλουν τον μήνα εξαιτίας της έλλειψης ρευστού και της βαρύτατης φορολόγησης;
Πώς μπορείτε κ. πρωθυπουργέ να μιλάτε για αναπτυξιακή πορεία του τόπου μας όταν μεγάλη μερίδα του λαού που κυβερνάτε δεν έχει έστω και τα βασικά εισοδήματα για να μπορέσει να ζήσει, να πληρώσει τους υπέρογκους λογαριασμούς και να παρέχει στα παιδιά του έστω και τα στοιχειώδη;
Πώς μπορείτε κ. πρωθυπουργέ να μιλάτε για “εισαγόμενες ανατιμήσεις” (αναφερόμενος στις τιμές των καυσίμων και της ηλεκτρικής ενέργειας) όταν (μεταξύ άλλων):
- η χώρα μας έχει την 4η ακριβότερη μέση τιμή καυσίμων σε ολόκληρη την Ευρωζώνη και την 5η ακριβότερη σε ολόκληρη την Ευρώπη…όχι μόνο τώρα, εν μέσω αυτής της ενεργειακής κρίσης, αλλά και πολύ πριν από αυτή;
- το 60% της τιμής των καυσίμων πηγαίνει σε φόρους… εδώ και πάνω από μια τριετία;
Δηλαδή πιστεύετε πραγματικά πως ο μόνος λόγος για τον οποίο η τιμή των καυσίμων αυξήθηκε τόσο πολύ ήταν η ενεργειακή κρίση; Δηλαδή δεν βλέπατε πως ήδη πριν από αυτήν την ενεργειακή κρίση τα καύσιμα ήταν πάρα πολύ ακριβά για το πορτοφόλι του Έλληνα καταναλωτή;
Και επιτέλους, τι περιμένετε κ. πρωθυπουργέ για να μειώσετε αυτή την τόσο μεγάλη υπερφορολόγηση στα καύσιμα; Δεν το ζητάνε κάποιοι λαϊκιστές πολιτικάντηδες (ώστε να μιλήσετε για λαϊκισμό και για μεγάλα, παχιά λόγια), σας το ζητάει εδώ και πολλά χρόνια ένας μεγάλος επαγγελματικός κλάδος – αυτός των πρατηριούχων υγρών καυσίμων.
Όλοι τους είναι χαζοί για να το ζητάνε αυτό; Κομματάκι δύσκολο…
Κρίμα…
Υ.Γ.: Και επειδή ακούω, τον τελευταίο καιρό, την αξιωματική αντιπολίτευση (τον ΣΥΡΙΖΑ) να μιλάει για μείωση στη φορολόγηση στα καύσιμα, απλά να υπενθυμίσουμε πως επί των ημερών που ήταν στην εξουσία (ημερών στις οποίες η τιμή του πετρελαίου είχε φτάσει ακόμα και τα 40 με 50 δολάρια το βαρέλι, έχοντας “πιάσει” ιστορικά χαμηλά) όχι μόνο αυξήθηκαν οι φόροι στα καύσιμα (αρκεί να θυμίσουμε πως η κυβέρνηση του Σαμαρά ήταν αυτή που είχε μειώσει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης το 2014) αλλά μειώθηκαν στο ελάχιστο τόσο το επίδομα θέρμανσης όσο και οι δικαιούχοι του.
Όχι τίποτα άλλο, αλλά καλό είναι να θυμόμαστε πως “στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί”…





