γράφει η Βασιλική Βασιλειάδου, ιδιοκτήτρια του φροντιστηρίου μέσης εκπαίδευσης “ΟΡΑΜΑ”
Η ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτελεί κάθε χρόνο ένα σημαντικό εκπαιδευτικό γεγονός, καθώς δεν αποτυπώνει μόνο την επίδοση των υποψηφίων, αλλά και τις μεταβαλλόμενες τάσεις στις επιλογές των νέων. Οι βάσεις δεν αποτελούν έναν απόλυτο δείκτη ποιότητας ή ακαδημαϊκής αξίας ενός τμήματος, αλλά έναν σύνθετο δείκτη ζήτησης, ο οποίος επηρεάζεται από κοινωνικούς, οικονομικούς, γεωγραφικούς και επαγγελματικούς παράγοντες.
Η εικόνα των βάσεων του 2026 παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα επιστημονικά πεδία. Δεν παρατηρείται μια ενιαία τάση ανόδου ή πτώσης, αλλά μια ανακατανομή του ενδιαφέροντος των υποψηφίων προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις που θεωρούνται περισσότερο συνδεδεμένες με τις ανάγκες της σύγχρονης αγοράς εργασίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σημαντική άνοδος σχολών που συνδέονται με την ασφάλεια και την επαγγελματική σταθερότητα. Η Σχολή Αξιωματικών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας κατέγραψε εντυπωσιακή αύξηση περίπου 7.570 μορίων, ενώ σημαντικές μεταβολές παρουσίασαν επίσης το Πρόγραμμα Ιερατικών Σπουδών της Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών και η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (Σώματα).
Η τάση αυτή δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί μόνο ως αυξημένο ενδιαφέρον για συγκεκριμένα επαγγέλματα. Αντανακλά ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες. Σε ένα περιβάλλον όπου η εργασιακή ασφάλεια αποτελεί βασική ανησυχία των νέων, οι σχολές που προσφέρουν μια πιο σαφή επαγγελματική διαδρομή αποκτούν αυξημένη ελκυστικότητα.
Παράλληλα, ιδιαίτερη ενίσχυση εμφανίζουν οι Πολυτεχνικές Σχολές και τα τμήματα που σχετίζονται με την Πληροφορική, την τεχνολογία και τη μηχανική. Η άνοδος τμημάτων όπως οι Μηχανολόγοι Μηχανικοί στις Σέρρες, αλλά και άλλων συναφών τμημάτων, επιβεβαιώνει ότι οι υποψήφιοι αντιλαμβάνονται τη δυναμική των νέων τεχνολογιών και τη σύνδεσή τους με την οικονομική ανάπτυξη.
Η ψηφιακή μετάβαση, η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση και η ανάγκη για εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό δημιουργούν ένα νέο τοπίο, στο οποίο οι τεχνολογικές επιστήμες αποκτούν αυξημένο κοινωνικό και επαγγελματικό κύρος.
Ωστόσο, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η διαφοροποίηση που παρατηρείται στο εσωτερικό των θετικών επιστημών. Ενώ τμήματα Μαθηματικών και Φυσικής εμφανίζουν σε αρκετές περιπτώσεις μειωμένη ζήτηση, επιστημονικά πεδία όπως η Βιολογία και η Χημεία φαίνεται να ενισχύονται.
Η διαφοροποίηση αυτή δεν σημαίνει ότι μειώνεται η αξία των Μαθηματικών ή της Φυσικής. Αντίθετα, οι δύο αυτές επιστήμες αποτελούν θεμέλια της τεχνολογικής ανάπτυξης, της τεχνητής νοημοσύνης, της υπολογιστικής επιστήμης και της σύγχρονης έρευνας. Ωστόσο, η αντίληψη των υποψηφίων για τις άμεσες επαγγελματικές διεξόδους φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά τις επιλογές τους.
Έτσι λοιπόν, η αυξημένη ζήτηση για Βιολογία και Χημεία συνδέεται με τη δυναμική ανάπτυξη των επιστημών ζωής. Η βιοϊατρική, η γενετική, η φαρμακευτική έρευνα, η βιοτεχνολογία και οι εφαρμογές της Χημείας στην υγεία και στη βιομηχανία δημιουργούν την εικόνα ενός πεδίου με νέες προοπτικές.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί επίσης η πορεία καθηγητικών σχολών καθώς οι σχολές αυτές διαθέτουν σημαντική επιστημονική παράδοση και συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ωστόσο, η μειωμένη ελκυστικότητά τους συνδέεται με την αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει την επαγγελματική αποκατάσταση στον χώρο της εκπαίδευσης.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί μια σημαντική αντίφαση: ενώ η κοινωνία έχει αυξημένη ανάγκη από υψηλού επιπέδου εκπαιδευτικούς και ανθρώπους με ισχυρή επιστημονική κατάρτιση, οι νέοι συχνά επιλέγουν με βασικό κριτήριο τη θεωρούμενη ασφάλεια της επαγγελματικής αποκατάστασης.
Επίσης, σημαντικές πτώσεις καταγράφηκαν σε ορισμένα τμήματα, όπως το Τμήμα Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου, αλλά και σε άλλα τμήματα ανθρωπιστικών, φυσικών και οικονομικών επιστημών. Οι μεταβολές αυτές δεν μπορούν να ερμηνευτούν επίσης μονοδιάστατα ως απώλεια ακαδημαϊκής αξίας. Συχνά σχετίζονται με παράγοντες όπως η γεωγραφική θέση, το κόστος σπουδών, η δυνατότητα επαγγελματικής απορρόφησης και η αντίληψη της κοινωνίας για συγκεκριμένα επαγγέλματα.
Συνεπώς, οι βάσεις του 2026 δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ένας απλός πίνακας επιτυχόντων και αποτυχόντων. Αποτελούν ένα κοινωνικό και εκπαιδευτικό αποτύπωμα μιας γενιάς που βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις.
Οι νέοι δεν απομακρύνονται από τη γνώση. Επιχειρούν όμως να τη συνδέσουν περισσότερο με τη βιωσιμότητα, την επαγγελματική προοπτική και την κοινωνική πραγματικότητα.
Το βασικό ερώτημα που αναδεικνύεται δεν είναι ποιες σχολές αυξήθηκαν και ποιες μειώθηκαν. Είναι αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα και η κοινωνία μας μπορούν να προσφέρουν στους νέους ένα περιβάλλον όπου η επιλογή σπουδών θα βασίζεται όχι μόνο στον φόβο της επαγγελματικής αβεβαιότητας, αλλά και στην πραγματική κλίση, στο ενδιαφέρον και στη δημιουργική αξιοποίηση της γνώσης γιατί τελικά οι βάσεις δεν μετρούν μόνο μόρια, αλλά μετρούν κοινωνικές τάσεις, προσδοκίες και τις επιλογές μιας νέας γενιάς που προσπαθεί να σχεδιάσει το μέλλον της.



