Η Ελλάς σε έναν “κύκλο φωτιάς” Μέρος Α’ : Βουλγαρία – του Γιώργου Τσακίρη

Μία ενδελεχής και σε πλήρη έκταση ανάλυση του σε πόσο κρίσιμο για την ιστορία και το μέλλον της χώρας μας σημείο βρισκόμαστε σήμερα, είναι σίγουρο πως όχι μόνο είναι απαραίτητη, αλλά μπορεί και πρέπει να αποτελέσει παράγοντα εκ των ων ουκ άνευ για τις εξαιρετικά σημαντικές αποφάσεις που θα κληθεί να πάρει η πολιτική ηγεσία του τόπου.

Ο σκοπός αυτού του κειμένου, δεν είναι η πλήρης ανάλυση όλων των δεδομένων, αλλά η απλή παράθεση και μερική επεξήγησή τους, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να σχηματίσει μία εικόνα των κρίσιμων αυτών στιγμών.

Η χώρα μας, από το καλοκαίρι του 2018 και την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, εισήλθε σε μία δίνη γεγονότων τα οποία περιέπλεξαν την, ούτως ή άλλως, επισφαλή της θέση, όσον αφορά την δυναμική της ως παράγοντας σταθερότητας και ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής και της Νότιας & Ανατολικής Μεσογείου.

Όσο κι αν οι υποστηρικτές εκείνης της Συμφωνίας, εξακολουθούν να πιστεύουν πως αυτή υπογράφηκε με γνώμονα τα εθνικά συμφέροντα, δεν μπορούν παρά να αποδεχτούν το γεγονός πως ήταν αυτή ακριβώς που αποτέλεσε το ορόσημο, την απαρχή μιας εσωτερικής πολιτικής αναταραχής, η οποία οδήγησε τελικά την χώρα στις πρόωρες εθνικές εκλογές του 2019. Σε ένα χρονικό σημείο μάλιστα της Ιστορίας μας στο οποίο η ενότητα θα έπρεπε (και πάλι) να είναι το πρωταρχικό ζήτημα, ήρθε να προστεθεί ως ένα ακόμη θέμα στην ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα μιας οξείας πολιτικής διαμάχης.

Η χώρα μας σήμερα, βρίσκεται μέσα σε έναν «κύκλο φωτιάς».

Ξεκινώντας από τα Βόρεια σύνορα, η Βουλγαρία φαίνεται να μπαίνει σε μία παρατεταμένη και έντονα πολωτική προεκλογική περίοδο, μιας και το αργότερο τον Μάρτιο του 2021 θα οδηγηθεί σε εθνικές βουλευτικές εκλογές, ενώ τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου θα ακολουθήσουν και οι εκλογές για την ανάδειξη του Προέδρου της χώρας.

Πρόσφατα ο πρωθυπουργός Μπόικο Μπορίσοφ κατηγόρησε τον πρόεδρο της χώρας (και πολιτικό του αντίπαλο) Ρούμεν Ράντεφ, ότι τον κατασκόπευσε με drone. Φωτογραφίες που διέρρευσαν, με ανάρτησή τους από ανώνυμο χρήστη σε βουλγαρικά μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, φέρεται να εμφανίζουν τον Μπορίσοφ να κοιμάται στην κρεβατοκάμαρά του με ένα πιστόλι πάνω στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι του και δέσμες χαρτονομισμάτων των 500 ευρώ και ράβδους χρυσού μέσα στο ανοιχτό συρτάρι του κομοδίνου.

Αν και ο Μπορίσοφ αμφισβήτησε την εγκυρότητα ορισμένων, όμως όχι όλων των φωτογραφιών που δημοσιεύθηκαν, το σίγουρο είναι πως η διαρροή κλιμάκωσε μια ήδη τεταμένη σχέση μεταξύ του πρωθυπουργού και του προέδρου Ράντεφ, ο οποίος αρνήθηκε τις κατηγορίες.

Η δύσκολη θέση του πρωθυπουργού Μπορίσοφ, εντείνεται από το γεγονός πως σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών (βουλευτικές 2017, ευρωεκλογές και δημοτικές 2019) τα ποσοστά του κόμματός του (του δεξιού και μέλους του ΕΛΚ, GERB) βαίνουν διαρκώς μειούμενα.

Την ίδια στιγμή, οι σχέσεις Μπορίσοφ-Ερντογάν φαίνεται να είναι κάτι παραπάνω από απλά φιλικές, μιας και στην πρόσφατη συνάντηση των δύο ηγετών τον περασμένο Μάρτιο στην Άγκυρα, ο Βούλγαρος πρωθυπουργός δεν παρέλειψε να επικρίνει την στάση της Ελλάδας στα πρόσφατα επεισόδια με την απόπειρα παραβίασης των Ελληνοτουρκικών συνόρων από πλειάδα μεταναστών (σε αντίθεση με τα ήρεμα και ασφαλή τουρκοβουλγαρικά σύνορα), οι οποίοι με την βοήθεια της Τουρκίας είχαν συγκεντρωθεί στη συνοριακή γραμμή του Έβρου, αναφέροντας πως «Είναι μεγάλο λάθος να φέρνεις ανθρώπους που βρίσκονται στα ευρωπαϊκά σύνορα αντιμέτωπους με στρατό»!

Οι δυο τους άλλωστε γνωρίζονται από την εποχή που ο Ερντογάν ήταν δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης και ο Μπορίσοφ δήμαρχος της Σόφιας. Σύμφωνα δε με κάποια δημοσιεύματα, ο Βούλγαρος πρωθυπουργός για να ικανοποιήσει τον Ερντογάν, είναι συχνά πρόθυμος να εκδώσει αθόρυβα Τούρκους αντικαθεστωτικούς.

Το γεγονός της ύπαρξης μιας, όχι και τόσο συμπαγούς και όχι απαραίτητα φανατικής, τουλάχιστον ακόμη, τουρκογενούς μειονότητας της τάξης του 9-10% του πληθυσμού της χώρας, η οποία μάλιστα εκπροσωπείται και στο βουλγαρικό κοινοβούλιο, ίσως να παίζει τον ρόλο του.

Το σίγουρο είναι πως ακόμη και στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές στη χώρα το 2017, υπήρξε μία πρωτοφανής ένταση στις σχέσεις Σόφιας- Άγκυρας, που προκάλεσε η εμπλοκή της Τουρκίας σε αυτές, μέσω της στήριξής της στο νεοϊδρυθέν κόμμα «Δημοκράτες για ευθύνη, ελευθερία και ανεκτικότητα» (DOST), το οποίο, αν και τελικά δεν κατάφερε να μπει στην Βουλή, τον Μάρτιο του 2019 προσπάθησε να οργανώσει εκστρατεία υπογραφών για την αναγνώριση εθνικών μειονοτήτων στην Βουλγαρία.

Η αντιπαράθεση μάλιστα στις βουλευτικές του 2017, έφτασε στο ανώτατο επίπεδο με την ανταλλαγή σκληρών δηλώσεων των προέδρων Ταγίπ Ερντογάν και Ρούμεν Ράντεφ, ενώ στα βουλγαρο-τουρκικά σύνορα πολίτες είχαν εμποδίσει την είσοδο λεωφορείων που μετέφεραν από την Τουρκία τουρκικής καταγωγής Βούλγαρους υπηκόους για να ψηφίσουν.

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί πως το σχετικά μετριοπαθές «Κίνημα Δικαιωμάτων και Ελευθερίων» (DPS), το οποίο καταγράφει σημαντική επιρροή στους μουσουλμάνους (τουρκικής καταγωγής και ρομά) ψηφοφόρους, και κατάφερε να εκλέξει 26 από τους υποψηφίους του στην, αποτελούμενη από 240 μέλη, βουλγαρική Βουλή, έναντι των 38 που είχε στην προηγούμενη, έχασε την τρίτη θέση που είχε, ακριβώς λόγω της ύπαρξης του DOST και της διάσπασης των ψήφων των μουσουλμάνων ψηφοφόρων.

Το εξαιρετικά ενδιαφέρον που συμβαίνει στην γειτονική χώρα, είναι το γεγονός πως η κυβέρνηση συνεργασίας του κ. Μπορίσοφ, στηρίζεται στα τρία κόμματα που συναποτελούν την πολιτική συμμαχία «Ενωμένοι Πατριώτες» (VP), τα οποία και δεν έκρυψαν ποτέ τον εθνικιστικό και φιλορωσικό προσανατολισμό τους. Σε γενικές δε γραμμές, και τα τρία διάκεινται εχθρικά προς την Τουρκία και εξαπολύουν φραστικές επιθέσεις κατά της μουσουλμανικής (και ιδίως της τουρκογενούς) μειονότητας της Βουλγαρίας. Να παίζουν άραγε κάποιον ρόλο σε αυτή την περίεργη διελκυστίνδα πολιτικών και διακρατικών ισορροπιών, η θέση της Βουλγαρίας, όσον αφορά στην διέλευση των αγωγών φυσικού αερίου, και οι πρόσφατα πολύ καλές σχέσεις Τουρκίας –Ρωσίας, όσον αφορά στα κοινά τους συμφέροντα στην περιοχή;

Την ίδια στιγμή λοιπόν που οι σχέσεις του πρωθυπουργού Μπορίσοφ με τον πρόεδρο Ερντογάν είναι σε πολύ καλό επίπεδο, σε αντίθεση με αυτές με τον πρόεδρο Ράντεφ, η κυβέρνηση Μπορίσοφ στηρίζεται σε μία συμμαχία πατριωτικών κομμάτων τα οποία διάκεινται εχθρικά προς την Τουρκία!

Σε κάθε περίπτωση, η μία εκ των τριών Βορείων γειτόνων μας, έχει πολύ δρόμο ακόμη μπροστά της, τόσο για να ηρεμήσει η πολιτική της κατάσταση, όσο και για να αντιμετωπίσει τα πολλαπλά ζητήματα ισορροπιών που πρέπει να διατηρεί, μεταξύ Τουρκίας, Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ρωσίας.

Μια λάθος κίνηση, και τα πάντα μπορούν να ανατραπούν, οδηγώντας την χώρα σε περιπέτειες.

Τέλος Α’ Μέρους




Το δίλημμα ενός αόρατου εχθρού – του Γιώργου Τσακίρη

Ήταν στα τέλη του 2019 όταν στα δελτία ειδήσεων της χώρας, ξεκίνησαν να γίνονται σποραδικές αναφορές για έναν νέο ιό ο οποίος έπληττε μία συγκεκριμένη περιοχή της Κίνας. Τόσο η μακρινή απόσταση που μας χωρίζει από την αχανή αυτή χώρα, όσο και τα ελάχιστα, για τα πληθυσμιακά της δεδομένα, κρούσματα στα οποία αναφέρονταν, μας έκαναν να αισθανόμαστε πως πρόκειται για κάτι το οποίο δεν μας αφορά.

Έπρεπε να έρθει ο Ιανουάριος του 2020, και συγκεκριμένα η 23η του μήνα, για να μάθουμε πως μία πόλη της Κίνας με το όνομα Γουχάν, με πληθυσμό κοντά στα 10εκ. κατοίκους, έχει τεθεί σε καραντίνα λόγω της ταχείας μετάδοσης ενός νέου κορωνοϊού και τα πολύ σοβαρά συμπτώματα αναπνευστικής ανεπάρκειας που αυτός προκαλεί. Την ίδια ημέρα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) χαρακτήριζε ως «μέσου κινδύνου» τον ιό και αποφάσιζε τη στενή παρακολούθηση της πορείας του, αλλά και των μέτρων που έπαιρνε η Κινεζική κυβέρνηση, με σκοπό τον περιορισμό του.

Μία μόλις εβδομάδα αργότερα, ο ΠΟΥ αποφάσιζε ότι η επιδημία του νέου κορωνοϊού στην Κίνα συνιστά «έκτακτη ανάγκη δημόσιας υγείας διεθνούς ανησυχίας».

Ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ κ. Γκεμπρεγέσους, ανακοίνωνε την απόφαση όταν τα κρούσματα, και παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί, είχαν πλέον αρχίσει να καταγράφονται σε τουλάχιστον 18 χώρες.

Ακόμη και τότε όμως, ο ΠΟΥ εκτιμούσε ότι δεν υπήρχε λόγος να περιοριστούν τα ταξίδια και οι εμπορικές συναλλαγές με την Κίνα.

Σε συνέντευξη τύπου στις 30 Ιανουαρίου, ο γενικός διευθυντής του Οργανισμού ανέφερε πως «Ο ΠΟΥ δεν συνιστά να περιοριστούν τα ταξίδια, οι εμπορικές συναλλαγές και η μετακίνηση (του πληθυσμού) και αντιτίθεται σε κάθε περιορισμό των ταξιδιών» ενώ αναφερόμενος στα μέτρα που λάμβανε η Κίνα, δήλωσε ότι «πιστεύει πως θα ανακόψουν την διάδοση του ιού».

Στις αρχές Φεβρουαρίου μάθαμε ότι έχουν επιβεβαιωθεί περίπου 29.000 κρούσματα, που σε ποσοστό 99% είχαν καταγραφεί στην Κίνα, ενώ μεμονωμένα κρούσματα είχαν διαπιστωθεί και σε ακόμη 26 χώρες, ιδιαίτερα σε γειτονικές της Κίνας περιοχές, λόγω του αυξημένου όγκου ταξιδιωτών.

Τις ίδιες ημέρες, ο πρύτανης του ΕΚΠΑ, καθηγητής κ. Αθ. Δημόπουλος, σε συνέντευξή του δήλωνε πως «σε σύγκριση με τις άλλες δύο επιδημίες κορωνοϊών τα τελευταία 20 χρόνια (SARS και MERS), ο νέος κορωνοϊός φαίνεται ότι είναι περισσότερο μολυσματικός, καθώς έχει υπολογιστεί ότι κάθε ασθενής προσβάλλει κατά μέσο όρο 2,68 άτομα, αλλά λιγότερο θανατηφόρος».

Τις ίδιες -όμως- επίσης ημέρες, η κατάσταση στην Κίνα φαινόταν πως είχε «ξεφύγει».

Οι ελλείψεις σε προμήθειες βασικού ιατρικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων των μασκών, των προστατευτικών στολών και των υψηλής ποιότητας απολυμαντικών στα νοσοκομεία της Γουχάν ήταν πλέον εμφανείς, με τις υποδομές υγείας της πόλης να λειτουργούν πια πέραν των ορίων τους και τις κλίνες των μονάδων εντατικής θεραπείας που προορίζονταν για ασθενείς από τον ιό, να έχουν ήδη υπερκαλυφθεί.

Μόλις στις 12 Μαρτίου ο ΠΟΥ αναβάθμισε σε «πανδημία» την εξάπλωση του νέου κορωνοϊού, με το Ιράν και την Ιταλία να αποτελούν πλέον τις δύο χώρες στις οποίες εντοπιζόταν σημαντικός αριθμός κρουσμάτων.

Στην Ελλάδα, μετρούσαμε ήδη 89 επιβεβαιωμένα κρούσματα, που σχετίζονταν κατά βάση με ταξιδιώτες από την Ιταλία καθώς και με μια ομάδα προσκυνητών που είχαν ταξιδέψει στο Ισραήλ και την Αίγυπτο και τις επαφές τους.

Η Κίνα, εκείνες τις ημέρες, «μετρούσε» περισσότερα από 81.000 κρούσματα και τουλάχιστον 3.000 θανάτους. Μόλις 10 ημέρες αργότερα, ο αριθμός αυτός θα εξαπλασιαζόταν, με τον ιό να αποτελεί πλέον παγκόσμιο υγειονομικό φαινόμενο.

Στα τέλη πλέον Μαρτίου, με τις περισσότερες χώρες του κόσμου να έχουν ανακοινώσει μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας των πολιτών τους, αλλά και το κλείσιμο δημόσιων δομών και εμπορικών καταστημάτων, ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ αναφέρει πως «Με το να ζητάμε από τον κόσμο να μείνει στο σπίτι και να απαγορεύουμε τις μετακινήσεις, αγοράζουμε χρόνο και μειώνουμε τις πιέσεις στα συστήματα υγείας. Από μόνα τους αυτά τα μέτρα δεν θα εξαλείψουν τις πανδημίες».

Είχε πλέον αρχίσει να γίνεται εμφανές το εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα των επιπτώσεων στις οικονομίες των χωρών που είχαν λάβει περιοριστικά μέτρα για την εξάπλωση του νέου κορωνοϊού.

Ακριβώς τότε, ξεκινούν να εμφανίζονται και οι περισσότερες αντιδράσεις αλλά και τα διάφορα υποθετικά σενάρια, με αντικείμενο το πού αποσκοπούσαν -στο σύνολό τους- όλες οι πολιτικές αποφάσεις που είχαν παρθεί με αφορμή την πανδημία του Covid-19, όπως είχε ονομαστεί ο νέος κορωνοϊός.

Ως ένας από εκείνους που από την πρώτη στιγμή πειθάρχησε στα μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας, ταυτόχρονα όμως δεν έπαψε να ανησυχεί για «την επόμενη ημέρα» των μέτρων που άκουγε να ανακοινώνονται, ένιωθα την ανάγκη να βρω ακόμη πιο πειστικές απαντήσεις από αυτές που δημόσια προβάλλονταν (και προβάλλονται).

Το «γιατί» που έμμεσα ή άμεσα άκουγα από όλο και περισσότερους που δεν έμεναν ικανοποιημένοι από τις πληροφορίες που έπαιρναν, έπρεπε να απαντηθεί.

Όπως λοιπόν έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, η εμπειρία που είχε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας από τις δύο προηγούμενες (και πιο γνωστές) περιπτώσεις κορωνοϊών, του SARS και του MERS, ήταν πως με τον περιορισμό και τη νοσηλεία όσων είχαν ασθενήσει, ο ιός σταδιακά «εξασθενούσε».

Κατά τα άλλα, ο νέος κορωνοϊός ήταν «ο μεγάλος άγνωστος».

Αυτό που -σχετικά- άργησε να γίνει αντιληπτό, ήταν πως ο νέος κορωνοϊός ήταν πολύ περισσότερο μολυσματικός από τους προηγούμενους, λιγότερο όμως θανατηφόρος. Ταυτόχρονα, η εμπειρία από τις ασφυκτικές πιέσεις που δέχθηκε και η παρ’ ολίγον κατάρρευση του δημόσιου συστήματος υγείας της Κίνας, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στις πολιτικές αποφάσεις που έπρεπε να ληφθούν.

Η «ομολογία» άλλωστε του γενικού διευθυντή του ΠΟΥ στα τέλη Μαρτίου πως «με το να ζητάμε από τον κόσμο να μείνει στο σπίτι και να απαγορεύουμε τις μετακινήσεις, αγοράζουμε χρόνο και μειώνουμε τις πιέσεις στα συστήματα υγείας», απλά επιβεβαίωνε τους φόβους των ηγετών, οι οποίοι είχαν πλέον να αντιμετωπίσουν το εξής δίλημμα : Με το εξαιρετικά σημαντικό δεδομένο πως ο νέος κορωνοϊός είναι περισσότερο μολυσματικός, μεταδίδεται δηλαδή πολύ περισσότερο και πιο γρήγορα από τους προηγούμενους, τι είναι σημαντικότερο και πώς μπορούμε να το ελέγξουμε; Η πιθανή κατάρρευση του δημόσιου συστήματος υγείας της χώρας από την πίεση που θα δεχόταν λόγω της μεγάλης μετάδοσης του ιού και οι πολύ πιθανές οικονομικές και πολιτικές συνέπειες που αυτή (η κατάρρευση) θα επέφερε, ή η προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας, μετά τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα, που θα μείωναν μεν την πίεση που θα δεχόταν τα συστήματα υγείας, θα επηρέαζαν όμως σημαντικά την γενικότερη εικόνα της οικονομίας της χώρας;

Ποιο από τα δύο θα είχε το μικρότερο (και πολιτικά) κόστος;

Είναι, κατά την γνώμη μου, βέβαιο πως, μπροστά σε έναν «αόρατο και -κυρίως- άγνωστο εχθρό», κανένας πολιτικός ηγέτης δεν θα ρίσκαρε, τόσο την -πολύ πιθανή- κατάρρευση του συστήματος υγείας της χώρας του, αλλά και -κατά συνέπεια- των οικονομικών (και πολιτικών) επιπτώσεων που μία τέτοια κατάρρευση θα προκαλούσε. Και ποιος αλήθεια θα μπορούσε να προβάλει οποιοδήποτε αντεπιχείρημα ενάντια στα περιοριστικά μέτρα που ήταν σίγουρο πως θα πλήξουν την οικονομία της χώρας, όταν το βασικό επιχείρημα για την πλήρη και αυστηρή εφαρμογή τους, ήταν (και είναι) η προστασία της δημόσιας υγείας των πολιτών;

Αυτό που θα προκαλούσε μεν οικονομικό (και πιθανά πολιτικό) κόστος, θα μπορούσε όμως να ελεγχθεί με τα κατάλληλα μέτρα στήριξης αργότερα, ήταν η επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων, τόσο στις μετακινήσεις, όσο και στην εμπορική δραστηριότητα της χώρας. Ο τρόπος δε που αυτά τα μέτρα στήριξης της οικονομίας θα μπορούν να παρουσιαστούν, είναι πολύ πιθανό να εκτιμηθούν (αργότερα) θετικά από τους πολίτες.

Η πλάστιγγα, ήταν βέβαιο πως θα έγερνε προς την δεύτερη επιλογή.

Κι όσο πιο σύντομα έπαιρνε κανείς αυτήν την απόφαση, τόσο το καλύτερο.

Σήμερα, έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα πως η επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης, με βάση τις πληροφορίες που κάθε στιγμή είχε, ήταν -εκτός από σωστή- και αναμενόμενη, εξακολουθώ να ανησυχώ για την «επόμενη ημέρα» της πανδημίας.

Μία καθημαγμένη μετά από δέκα μνημονιακά χρόνια οικονομία, δεν ανατάσσεται καθόλου εύκολα μετά από μία πρόσθετη κρίση, που είναι πολύ πιθανό να της στοιχίσει πολύ περισσότερο απ’ όσο αρχικά είχε υπολογιστεί. Και κανείς σήμερα δεν μπορεί να εγγυηθεί πως ο «αόρατος και άγνωστος εχθρός» , δε θ΄αποτελέσει και πάλι την αφορμή για μελλοντικές προκλήσεις.




Κορωνοϊός, οικονομικές συνέπειες και “φαινόμενο πεταλούδας” – του Γιώργου Τσακίρη

Το φαινόμενο της πεταλούδας. Μια ποιητική μεταφορά
στη «θεωρία του χάους», για το φαινόμενο της ευαίσθητης εξάρτησης
ενός συστήματος από τις αρχικές συνθήκες. Σύμφωνα με μια από τις διατυπώσεις,
λέγεται ότι “αν μια πεταλούδα κινήσει τα φτερά της στον
Αμαζόνιο, μπορεί να φέρει βροχή στην Κίνα”. Μόνο που στην περίπτωση της
σημερινής πανδημίας του Covid-19,
τα πράγματα εξελίχθηκαν… γεωγραφικά αντίστροφα.

Η εφαρμογή της θεωρίας όμως, παραμένει η ίδια. Μια
απειροελάχιστη μεταβολή στην ροή των γεγονότων οδηγεί, μετά από την πάροδο
αρκετού χρόνου, σε μια εξέλιξη της ιστορίας του συστήματος, διαφορετική από
εκείνη που θα λάμβανε χώρα, αν δεν είχε συμβεί η μεταβολή.

Όταν στα τέλη του 2019, έγινε γνωστό στην παγκόσμια
κοινότητα πως σε μια επαρχία της Κίνας υπήρχε σοβαρό ζήτημα με την υγεία των
πολιτών της, λόγω της εμφάνισης ενός νέου ιού, κανείς, ούτε καν ο Παγκόσμιος
Οργανισμός Υγείας, δεν έδωσε την σημασία που έπρεπε στο φαινόμενο. Και η
κατάσταση ξέφυγε, θυμίζοντας έντονα το «φαινόμενο της πεταλούδας». Όχι όμως
στην κλιματική αλλαγή, αλλά στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία.

Την ίδια στιγμή, είναι γνωστό πως οι κεντρικές τράπεζες στις
πιο ισχυρές αλλά και τις αναδυόμενες αναπτυξιακά αγορές, διατρέχουν τον
μακροβιότερο και εντονότερο κύκλο επεκτατικής πολιτικής, ο οποίος όχι μόνο
προωθεί τον ιδιωτικό-επιχειρηματικό δανεισμό, αλλά μειώνει και την
αποδοτικότητα των μέτρων, όπως για παράδειγμα τα χαμηλά ή αρνητικά επιτόκια.

Παράλληλα, οι πολιτικοί των ανεπτυγμένων χωρών δηλώνουν
έτοιμοι και εφαρμόζουν περαιτέρω χαλάρωση της δημοσιονομικής και νομισματικής
πολιτικής, ώστε να μπορέσουν να αντισταθμίσουν τον οικονομικό αντίκτυπο του
ιού. Είναι όμως οι ίδιες οικονομικές πολιτικές, που όχι μόνον προσομοιάζουν με
τα μέτρα που συνέβαλαν στο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008, αλλά
παράλληλα διογκώνουν το ήδη υψηλότατο παγκόσμιο χρέος.

Ένα παγκόσμιο χρέος που, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Διεθνών
Χρηματοοικονομικών (IFF), ανήλθε το τρίτο τρίμηνο του 2019 στο επίπεδο ρεκόρ
του 322% του παγκόσμιου ΑΕΠ ή διαφορετικά στα 253 τρισεκατομμύρια δολάρια!

Το χρέος είναι υπερτριπλάσιο από την παγκόσμια οικονομική παραγωγή,
με σχεδόν το 60% επί του συνολικού παγκόσμιου δανεισμού, να αφορά την Κίνα και
τις ΗΠΑ.

Αξίζει εδώ να αναφερθεί πως η συσσώρευση παγκοσμίου χρέους,
οφείλεται εν πολλοίς στην έκδοση πληθώρας ομολόγων σε όλο τον κόσμο. Η
δημιουργία, με δυο λόγια, χρήματος εκ του μηδενός!

Εν τω μεταξύ, από τα τέλη ήδη του 2019, πριν ακόμη την
έναρξη της πανδημίας, είχε επισημανθεί ότι σχεδόν το 60% και πλέον των χωρών
του κόσμου, ανέμεναν ανάπτυξη χαμηλότερη των δυνατοτήτων τους για το 2020. Γι’
αυτό και είχε νόημα η χαλαρή νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών, η
οποία διευκόλυνε τον δανεισμό κρατών και ομίλων.

Ωστόσο, με την έναρξη της πανδημίας, οι προοπτικές ανάπτυξης
όχι μόνο εξανεμίσθηκαν, αλλά οι διεθνείς και περιφερειακοί οργανισμοί, κάνουν
πλέον λόγο για τα ποσοστά της ύφεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσουν. Κάτι που
σίγουρα θα επηρεάσει την διάθεση των επενδυτών να χρηματοδοτήσουν επιχειρήσεις,
ειδικά στις υπερχρεωμένες χώρες, παρά το ότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, έχουν
ήδη ληφθεί αποφάσεις περαιτέρω χαλάρωσης της δημοσιονομικής και νομισματικής
πολιτικής των ανεπτυγμένων και αναδυόμενων οικονομιών.

Ειδικά δε στην Ευρώπη, με 7 χώρες ανάμεσα στις πρώτες 15 με
τα μεγαλύτερα επίπεδα δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ τους (έρευνα
Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρμουμ, 2016, κατά σειρά, Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία,
Κύπρος, Βέλγιο, Ισπανία, Γαλλία), τα πράγματα δείχνουν αρκετά δυσοίωνα.

Μιλώντας στο BBC, ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, 
Άνχελ Γκούρια υποστήριξε ότι το σοκ που θα υποστεί η οικονομία θα είναι
μεγαλύτερο από την οικονομική κρίση, προσθέτοντας ότι αποτελεί «ευσεβή πόθο» να
πιστεύει κανείς ότι οι χώρες θα ανακάμψουν γρήγορα.

Παράλληλα, τόνισε ότι ο αριθμός στις απώλειες θέσεων
εργασίας και στις πτωχεύσεις επιχειρήσεων παραμένει αβέβαιος, εκτιμώντας ότι οι
χώρες θα αντιμετωπίσουν το οικονομικό αυτό φαινόμενο «για τα επόμενα χρόνια».

Στο δια ταύτα, το ζητούμενο της επόμενης μέρας, ειδικά για
την χώρα μας, είναι όχι απλά να μην καταστραφούν ή να εκμηδενιστούν όσες
πραγματικά παραγωγικές μονάδες έχουν απομείνει στον τόπο, αλλά τα μέτρα
νομισματικής χαλάρωσης που έχει ήδη ανακοινώσει η ΕΚΤ, να γίνουν ευκαιρία μιας
συνολικής επανεκκίνησης της οικονομίας μας, η οποία θα εδραιωθεί στην
πραγματική παραγωγή και όχι στην παροχή υπηρεσίας.

Με τις ελάχιστες δύο εξαιρέσεις, αυτές των επενδύσεων στον
Τουρισμό και τις νέες, καινοτόμες τεχνολογίες, τα επενδυτικά σχέδια που επιβάλλεται
να χρηματοδοτηθούν την επόμενη μέρα της πανδημίας του Covid-19, θα πρέπει να αφορούν
αποκλειστικά και μόνον μονάδες παραγωγής, ειδικά στον πρωτογενή και τον
δευτερογενή τομέα.

Είναι η μόνη, και ίσως η τελευταία μας ευκαιρία, για μία
πραγματική και εκ βάθρων παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Μόνο με αυτήν τη στρατηγική στόχευση, θα μπορέσει και πάλι η
Ελλάς να «σταθεί στα δικά της πόδια».

Αρκεί μόνον η παγκόσμια ύφεση, που αναμένεται πλέον με
σιγουριά, να μην οδηγήσει σε εξαιρετικά δυσάρεστες για το σύνολο της παγκόσμιας
κοινότητας, λύσεις.




Σε οριακό σημείο η μεταναστευτική κρίση στην Ελλάδα – του Γιώργου Τσακίρη

Η δημιουργία κλειστών και ελεγχόμενων δομών για τη φιλοξενία
των παρανόμως εισελθόντων στην Ελλάδα μεταναστών, είναι κατά τη γνώμη μου τόσο
αυτονόητη, όσο αναμενόμενη και απόλυτα δικαιολογημένη είναι και η αντίδραση των
κατοίκων -κυρίως- των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου σε αυτά.

Αυτονόητη, γιατί θα έπρεπε να είχε ήδη γίνει από τις αρχές της μεταναστευτικής κρίσης το 2015, δίνοντας έτσι το -ελάχιστο- μήνυμα, πως η Ελλάδα λειτουργεί ως ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος κι όχι ως «ξέφραγο αμπέλι» στο οποίο «κάνουν κουμάντο» οι κάθε είδους Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.

Δικαιολογημένη, γιατί ενώ θα έπρεπε, από τα πρώτα σημάδια δημιουργίας της κρίσης, να λειτουργήσουμε οργανωμένα και όχι «πελαγωμένα» υπό την πίεση των γεγονότων, εν τούτοις, αφήσαμε τα γεγονότα να καθορίσουν τις εξελίξεις, με αποτέλεσμα το γνωστό «μπάχαλο» που ακολούθησε.

Είναι τραγικά αστείο, να ζητά κανείς σήμερα από τους κατοίκους των νησιών του Ανατολικού Αγαίου, να πιστέψουν πως οποιαδήποτε άλλη λύση τους προτείνεται, πλην της άμεσης και ολοκληρωτικής αποσυμφόρησης των νησιών τους, είναι ικανή να δημιουργήσει τις ομαλές εκείνες συνθήκες διαβίωσης, που οι ίδιοι επιθυμούν και δικαιούνται για τον τόπο τους.

Στο σημείο που σήμερα βρισκόμαστε, δυστυχώς δεν υπάρχει περίπτωση ομαλής μετάβασης από το λανθασμένο μοντέλο των ανοιχτών δομών φιλοξενίας, σε αυτό των κλειστών και ελεγχόμενων.

Ακόμη κι εάν, υπό την πίεση των γεγονότων, κρίνει κανείς ως ορθή την επίταξη κτιρίων και εκτάσεων για την δημιουργία των νέου τύπου δομών, είναι απολύτως βέβαιο πως εάν α) δεν υπάρξει παράλληλα αυστηρότατος έλεγχος στις νέες ροές μεταναστών β) οι νέου τύπου δομές, δεν υιοθετήσουν ένα αυστηρό σύστημα λειτουργίας, φύλαξης και ελέγχου στην είσοδο-έξοδο γ) δεν υπάρξει απόλυτος διαχωρισμός και μη επικοινωνία μεταξύ των μη ταυτοποιημένων, των παραβατικών και των προς επιστροφή μεταναστών και δ) δεν επιταχυνθούν στον μέγιστο βαθμό οι διαδικασίες ταυτοποίησης και ελέγχου των αιτημάτων ασύλου, και αυτό το μοντέλο πρόκειται να αποτύχει.

  Και αυτή τη φορά, η
αποτυχία θα είναι οριστική και αμετάκλητη, με τις συνέπειες να μην είναι δυνατό
να περιγραφούν.