Κάποια άλλα Χριστούγεννα στην Καβάλα

Γράφει ο Κυριάκος Λυκουρίνος

Στις καπναποθήκες της πόλης απασχολούνταν περίπου 13.500 καπνεργάτες και καπνεργάτριες (επίσημα στοιχεία 1928), από τους οποίους οι 4.780 ήταν μονίμως εγκατεστημένοι στη Θάσο και στην αγροτική ενδοχώρα της Αν. Μακεδονίας […] Στα χρόνια της οικονομικής κρίσης οι περίπου 8.000 Καβαλιώτες που ζούσαν αποκλειστικά από την επεξεργασία των καπνών οδηγήθηκαν στην ανεργία και στην έσχατη φτώχεια.

Η απειλή της κοινωνικής έκρηξης επισημαίνεται και σε εμπιστευτική έκθεση της Διοίκησης Χωροφυλακής Καβάλας (14-12-1931): «Οι καπνεργάται απελπισμένοι πλέον ότι δεν θα εργασθώσι ούτε 10 τουλάχιστον ημέρας κατά τον παρόντα χειμώνα και μην έχοντες ουδένα έτερον πόρον ζωής, θα προβώσι εις τα έσχατα, αψηφούντες οιονδήποτε κίνδυνον και αυτόν τον θάνατον, όστις θα τους απαλλάξει του μαρτυρίου να βλέπουσι τα τέκνα των αποθνήσκοντα της πείνης».

Στα μέσα Δεκεμβρίου 1931 (ένα χρόνο μετά την έναρξη των μαθητικών), τίθενται σε λειτουργία και τα δημοτικά – λαϊκά συσσίτια. Η πόλη διαιρείται σε τμήματα στα οποία τοποθετούνται φορητά μαγειρεία με ένα μάγειρα του Στρατού, δύο βοηθούς, έναν επιστάτη του Δήμου κ.ά. Την πρώτη χρονιά συσσίτιο λειτούργησε σε πέντε περιοχές: Παναγία, Αγία Βαρβάρα, Άγιο Γεώργιο, Άγιο Ιωάννη και Άγιο Παύλο. Τη δεύτερη χρονιά προστέθηκαν δύο ακόμη συσσίτια, στο Σούγιολου και στον Προφήτη Ηλία, ενώ στα τέλη του 1932 λειτούργησε και όγδοο συσσίτιο στην Αγία Παρασκευή.

Αρχικά το συσσίτιο ήταν καθημερινό. Στη συνέχεια όμως φαγητό δινόταν τις ημέρες Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή (συνήθως φασουλάδα και 100 δράμια ψωμί). Φεύγοντας οι άποροι έπαιρναν και το συσσίτιο της Δευτέρας, Τετάρτης και Παρασκευής, μόνο 200 δράμια ψωμί, χωρίς φαγητό! Από τα τέλη του 1932 το δημοτικό συσσίτιο περιλάμβανε μόνο ψωμί, που μοιραζόταν μέρα παρά μέρα, μισή οκά σε κάθε άνεργη οικογένεια.

Σύμφωνα με έκθεση της Νομαρχίας, οι ημερήσιες ανάγκες της πόλης ανέρχονταν σε 10.000 μερίδες φαγητού. Όμως ο Δήμος δεν μπορούσε να καλύψει περισσότερους από 3.000 άπορους (για «μπάλωμα σε κουρελιασμένο ρούχο» έκανε λόγο ο τύπος).

Στα μέσα του 1933 περιφερειακή σύσκεψη της Γ.Σ.Ε.Ε. διαπιστώνει ότι στην Καβάλα υπάρχουν 14.000 άνεργοι, «οίτινες και στερούνται οιασδήποτε αγοραστικής ικανότητος». Σε σύγκριση με το 1928 η πτώση του επιπέδου ζωής των αστικών πληθυσμών είχε φτάσει σε τρομακτικά ποσοστά (75% στην περίπτωση των κατοίκων της Καβάλας!).

Επιτακτικό είναι πλέον το αίτημα για “αραίωση” της πόλης, με την έξοδο και την αγροτική αποκατάσταση όλων των Θασίων καπνεργατών στο νησί τους και άλλων 2.000 σε διάφορους τόπους (Κιλκίς, Χαλκιδική κ.ά.). Το 1933-1934 πολλοί παραδίδουν τα βιβλιάρια του Τ.Α.Κ., «εξέρχονται οριστικώς του καπνεργατικού επαγγέλματος» και εγκαταλείπουν την Καβάλα.

Η Καβάλα της κρίσης είναι καζάνι που βράζει. Το 1933 βρίσκει πολλούς Καβαλιώτες σε φυλακές και τόπους εξορίας και την πόλη να θρηνεί νεκρούς. Στις εκλογές του 1932 και 1933 οι κομμουνιστές πλειοψηφούν στην πόλη (σχεδόν 50% στις βουλευτικές του Μαρτίου 1933) και το Φεβρουάριο 1934 εκλέγεται δήμαρχος Καβάλας ο “κόκκινος” Μήτσος Παρτσαλίδης.

*Περισσότερα: «Λαϊκά συσσίτια στην Καβάλα της οικονομικής κρίσης, 1930-1933» https://lykourinos-kavala.blogspot.com/2020/01/1930-1933.html




Το δάσος και τα μάτια μας – του Κυριάκου Λυκουρίνου

Φωτογραφία από visit kavala

Σχεδόν μέχρι τον Πόλεμο του ’40, κάθε καλοκαίρι οι τοπικές εφημερίδες διεκτραγωδούσαν “το καμίνι της Καβάλας”, αναφέροντας θερμοκρασίες 45 και 47 βαθμών μέσα στην πόλη. Παρόμοιες ήταν οι παρατηρήσεις των κατά καιρούς επισκεπτών: «Η Καβάλα έχει βαρύ κλίμα, αν και παραθαλάσσια πόλη. Ειδικά το καλοκαίρι που πυρώνουν τα βράχια, η ζωή των ανθρώπων γίνεται κόλαση», έγραφε το 1667 ο Εβλιγιά Τσελεμπή.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 τέθηκε σε εφαρμογή ένα ευρύ πρόγραμμα δενδροφυτεύσεων, αρχής γενομένης το 1926 με την περιοχή “πέριξ του Φθισιατρείου”. Με πρωτοβουλία του Δήμου Καβάλας (και συμβολή του Δασαρχείου, της Φιλοδασικής Ενώσεως, της Δ/νσης Μηχανικού του Δ΄ Σώματος Στρατού κ.ά.), μέσα σε λίγα χρόνια εμφανίστηκαν δεντράκια στο γρανιτένιο όγκο της Καβάλας, από το Γεντίκ (Άγιο Σίλα) μέχρι τον Άγιο Αθανάσιο και από τη Δεξαμενή και το Σανατόριο μέχρι τους λόφους της Καλαμίτσας, διαμορφώθηκαν τα δασύλλια των Πεντακοσίων και της Παναγούδας κ.ά. Τα δενδρύλλια προέρχονταν από φυτώριο στο Καρά Ορμάν, το οποίο προμήθευε την πόλη και άλλες περιοχές της χώρας με πεύκα, κουκουναριές, κυπαρίσσια, ψευδομηλιές, ακακίες κ.ά. Για τους σκοπούς του προγράμματος δενδροφύτευσης είχε καθιερωθεί η ετήσια “Πράσινη Εορτή”, με τη συμμετοχή των μαθητών και των προσκόπων.

Διαβάζουμε σε τοπική εφημερίδα του 1932: «Έτσι η Καβάλλα θα αποκτήση το χλοερό, δροσερό δάσος που θα την περιβάλλη και οι κάτοικοί της δεν θα έχουν την ανάγκη να μεταβαίνουν στην Θάσο για να αναπνεύσουν ολίγον καθαρό, αγνό οξυγόνο. Την δροσιά, το άρωμα της ρητίνης, το οξυγόνον θα τα έχουν οι συμπολίτες αφθονώτατα μια σπιθαμή έξω από την πόλι και το θαύμα αυτό δε θα αργήσει να συντελεστή. Μετά πέντε – έξι χρόνια η Καβάλλα θα έχει το δάσος της».

Τον ευεργετικό ρόλο του πράσινου τον συνειδητοποιήσαμε με τρόπο οδυνηρό μετά την πυρκαγιά του 1985, όταν η πόλη έχασε το φυσικό της αιρκοντίσιον. Να μην το ξαναπάθουμε! Το δάσος και τα μάτια μας!




Ιλαρίων Καρατζόγλου, ένας Καβαλιώτης αγωνιστής του ’21

Γράφει ο Κυριάκος Λυκουρίνος (https://lykourinos-kavala.blogspot.com/)

Στην Καβάλα και σ’ όλη την Ανατολική Μακεδονία (με εξαίρεση τη Θάσο) δεν εκδηλώθηκαν επαναστατικά κινήματα. Εξ αιτίας των γεωμορφολογικών και δημογραφικών χαρακτηριστικών της περιοχής, κάθε απόπειρα στο χώρο αυτό θα αποτελούσε ανώφελη θυσία και θα ήταν εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία.[1]

Ωστόσο πολλοί Έλληνες από αυτά τα μέρη έσπευσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην επαναστατημένη Ελλάδα, οι περισσότεροι μέσα από τις τάξεις του “σώματος Θεσσαλομακεδόνων” του Τσάμη Καρατάσου. Τα ονόματά τους δεν έχουν διασωθεί, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις. Μία από αυτές είναι του Καβαλιώτη Ιλαρίωνα Καρατζόγλου, ο οποίος αναφέρεται αρκετές φορές στα “Απομνημονεύματα” του Γιάννη Μακρυγιάννη.[2]

Για τη ζωή και τη δράση του Ιλαρίωνα Καρατζόγλου δεν γνωρίζουμε τίποτε περισσότερο απ’ όσα αφηγείται ο Μακρυγιάννης, ενώ το ιστορικό πλαίσιο των αναφερόμενων γεγονότων (δηλ. των γεγονότων στα οποία εντάσσεται η δράση του αγωνιστή) έχει φωτιστεί πλέον επαρκώς.[3]

Το παρόν σύντομο κείμενο δεν φιλοδοξεί να προσφέρει κάτι περισσότερο στην ιστορική τεκμηρίωση. Πρέπει να εκληφθεί περισσότερο ως φόρος τιμής σ’ έναν άγνωστο Καβαλιώτη (μάταια θα αναζητήσει κανείς το όνομα Καρατζόγλου στις οδούς της γενέτειράς του), παράλληλα και ως ευκαιρία να ακουστεί ο γοητευτικός και ακατέργαστος ελληνικός λόγος του Μακρυγιάννη.  

Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Γιάννης Μακρυγιάννης, τον Ιλαρίωνα Καρατζόγλου τον γνώρισε στην Ύδρα. Πρέπει να ήταν το 1824, μετά τη φοβερή καταστροφή των Ψαρών (21 Ιουλίου 1824), όταν η επαναστατική κυβέρνηση θέλησε να ενισχύσει την άμυνα του νησιού. Έστειλε τότε στην Ύδρα 5.000 άνδρες κι ανάμεσά τους το σώμα του Μακρυγιάννη και δυνάμεις του Μακεδόνα αγωνιστή Τσάμη Καρατάσου, με το πρωτοπαλίκαρό του, τον Καβαλιώτη Ιλαρίωνα Καρατζόγλου. Οι δύο άνδρες έγιναν στενοί φίλοι («τον είχα φίλον στενώτερον από αδελφόν…») κι αυτή η σχέση κράτησε για πολλά χρόνια.

«Όταν ήμουν εις τη Νύδρα και τις δυο φορές, οπού την φοβέριζαν οι Τούρκοι, ήτανε κι ο Καρατάσιος εκεί και ήμουνε φιλιωμένος με τους αξιωματικούς του και καταξοχή με τον Βελέτζα και μ’ ένα γενναίον παληκάρι -το είχε ο Καρατάσιος πολύ αγαπημένον- τον έλεγαν Λαρίων Καράτζογλον, η πατρίδα του από την Καβάλλα, του Μεμεταλή την πατρίδα, φιλελεύτερος και πολύ γενναίος άντρας. Τον είχα φίλον στενώτερον από αδελφόν…».

Από το 1828 που ήρθε στην Ελλάδα ο Καποδίστριας και οργανώθηκαν οι άτακτοι επαναστάτες σε γαλλικά πρότυπα,[4] ο Ιλαρίων έμεινε εκτός στρατεύματος, όπως και χιλιάδες άλλοι ένοπλοι μαχητές. Απογοητευμένος και πικραμένος τότε ο Καβαλιώτης αγωνιστής, σκέφτηκε να πάρει τα βουνά, να ξαναγίνει κλέφτης. Τον συγκράτησε όμως ο Μακρυγιάννης και τον έπεισε να μπει στον αγώνα για την απελευθέρωση των αλύτρωτων ελληνικών χωρών και πρώτα της Μακεδονίας. Γράφει ο Μακρυγιάννης:
«Όταν ήρθε ο Κυβερνήτης, οπού οργάνισε τα στρατέματα, αδικήθηκαν πολλοί αγωνισταί, αδικήθη κι ο Λαρίων. Γύρευε να πάγη κλέφτης, τον συβούλεψα να πάγη εις την πατρίδα του να μπορέση να ’χη ανθρώπους υπό την οδηγίαν του και να ιδούμεν, όποτε είναι αρμόδιος καιρός, να τηράξουμεν όλοι οι Έλληνες μυστικώς να λευτερώσουμεν και τ’ άλλα μέρη της Τουρκιάς οπού ’ναι εις την τυραγνίαν του Σουλτάνου, και να ’νεργήσουμεν τον όρκον της Εταιρίας».

Έτσι ο Ιλαρίων βρέθηκε στη Χαλκιδική. Βρισκόταν όμως σε συνεχή επικοινωνία με το Μακρυγιάννη, μάλιστα οι δύο άντρες είχαν και συνθηματικές λέξεις για να αναγνωρίζει ο Μακρυγιάννης τους απεσταλμένους του Καρατζόγλου:

«Πήγε ο Λαρίων εις το Όρος και πάσκισε και μπήκε καπετάνος εις τα Μαντεμοχώρια και ήταν αρκετόν καιρόν εκεί. Καθώς οπού ήμαστε ορκισμένοι, άρχισε και κατηχούσε τους ανθρώπους με μεγάλη μυστικότη και πήγαινε προβοδεύοντας πολύ»… «Βάλαμεν σινιάλο “φουσέκι” να μου λέγη όταν θα μου στέλνη άνθρωπον, διά να τον γνωρίζω ότ’ είναι δικός του, κ’ εγώ “ντουφέκι”».

Το όνομα του Ιλαρίωνα επανεμφανίζεται μετά το 1836. Τότε με ρωσική υποκίνηση ιδρύεται στην Ελλάδα η “Φιλορθόδοξος Εταιρεία” και γίνονται κινήσεις για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας. Όπως φαίνεται, στόχος της ρωσικής πολιτικής ήταν η δημιουργία ξεχωριστού θεσσαλομακεδονικού κράτους με ρώσο ηγεμόνα. Τα όργανα της Ρωσίας, ο λόγιος Κωνσταντίνος Οικονόμου και κάποιος Ρώσος αρχιμανδρίτης Ανατόλιος, μέλος της Ρωσικής Πρεσβείας, αφού απέτυχαν να στρατολογήσουν το Μακρυγιάννη, στράφηκαν στον Ιλαρίωνα, με δελεαστικές προσφορές. Όμως ο Μακρυγιάννης ενημέρωσε το φίλο του για τις ρωσικές ραδιουργίες και αυτός αποσύρθηκε. Ας ακούσουμε την αφήγηση του ίδιου του Μακρυγιάννη:

«Και εις το σπίτι του Ανατόλιου μαζώνονται πολιτικοί και στρατιωτικοί κ’ εργάζονται δι’ αυτά…  και κατηχούν τους στρατιωτικούς να κάμουν μιαν δύναμη διά την Θεσσαλομακεδονίαν κι όποτε κάμουν αυτήν την δύναμη να κινηθούν. Και λευτερώνοντας αυτά τα μέρη να γένη ηγεμόνας ο Βόντας όσο η Ρουσσία να στείλει τον βασιλέα τον καθαυτό. Θέλαν κ’ έναν στρατιωτικόν αρχηγόν διά το κίνημα. Οι στρατιώτες οπού κατηχούσαν ήταν φίλοι μου και πρόβαλαν εμένα και μου είπαν αυτό οι στρατιώτες. Εγώ τους είπα, όταν θέλη η Κυβέρνηση να γένη αυτό το κίνημα, ας διορίση κι όποιον αρχηγόν θέλη. Έλεγα ότ’ είναι της πατρίδας κινήματα… Τότε φώτισα τους στρατιωτικούς. Και χαλάσαμεν όλα αυτά τα σκέδια.

Τότε σηκώνεται ο Ανατόλιος, σαν χάλασε το σκέδιόν τους εδώ, πηγαίνει εις το Όρος, παίρνει και χρήματα μαζί του και πηγαίνει κι ανταμώνει τον Λαρίων, οπού ’χε καπετανλίκι εις το Όρος και Μαντεμοχώρια, και τον ορκίζει. Πριν πάγη μάθαμεν τον σκοπόν του ότι ήταν άνθρωπος πατριώτης και μας το είπε. Αφού όρκισε τον Λαρίων, τότε βγάζει και του δίνει κι ένα δίπλωμα ρούσσικον -όποιος θα είναι αρχηγός έχει γκενεράλη βαθμόν. Του τάζει συνχρόνως και μια ποσότη χρήματα και να κατηχήση τους ανθρώπους και να συνάζη και υπογραφές από τους κατοίκους υπέρ της Ρουσσίας. Τότε στείλαμεν άνθρωπο εις τον Λαρίων να ’χη τον νου του. Του μίλησαν και πιστοί καλογέροι και τράβησε χέρι ο Λαρίων».

Εξοργισμένος ο Ανατόλιος με την υπαναχώρηση του Ιλαρίωνα, ζητάει να τον εκδικηθεί και τον καταγγέλλει στο Ρώσο πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ο Μακεδόνας αγωνιστής αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο και καταφεύγει στην Αίγυπτο, κοντά στο Μεχμέτ Αλή. Ζητάει από το συντοπίτη του βοήθεια για να αρχίσει κίνημα στη Μακεδονία, όμως αυτός θέλει να τον χρησιμοποιήσει για δικό του όφελος και τον στέλνει στην Κρήτη για να εδραιώσει την κυριαρχία του. Ο ίδιος ο Μεχμέτ Αλή κατατροπώνει τις δυνάμεις του σουλτάνου κοντά στον Ευφράτη και βλέπει διάπλατα ανοιχτό το δρόμο για την Κωνσταντινούπολη (οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν βέβαια διαφορετική άποψη).[5]

Πάνω στην παραζάλη του θριάμβου του ξεχνά τον Ιλαρίωνα στην Κρήτη. Απογοητευμένος εκείνος επιστρέφει στην Αθήνα, κοντά στο φίλο του. Αφηγείται στο Μακρυγιάννη τις περιπέτειές του και του δείχνει τις επιστολές του Μεχμέτ Αλή.

«Τότε ο Ανατόλιος γράφει εις τον πρέσβυ της Ρουσσίας εις την Κωσταντινόπολη αναντίον του Λαρίων. Τον κατατρέχει τον Λαρίων ο πρέσβυς και φεύγει και πηγαίνει εις τον Μεμεταλή εις το Μισίρι, τον είχε πατριώτη. Του λέγει όλ’ αυτά, κι ο Μεμεταλής θέλει να γένη αλλού το κίνημα δια λογαριασμό του. Το ’δωσε γράμματα σε Τούρκους και Ρωμαίγους Κρητικούς και τον έστειλε εις Κρήτη –κ’ εκεί να στείλη στρατέματα ο Μεμεταλής κι οδηγός ο Λαρίων, να γένη το κίνημα. Πέθανε ο Σουλτάνος πήρε τον στόλο του ο Μεμεταλής, περηφανεύτηκε, αστόχησε τον Λαρίων. Τότε ήρθε εδώ και μου είπε όσα τράβηξε. Είδα και τα γράμματα του Μεμεταλή».

Την άνοιξη του 1840 παρατηρείται κάποια κίνηση για εξέγερση των χριστιανικών πληθυσμών στην κεντρική και ανατολική Μακεδονία.[6] Ο Μακρυγιάννης παίζει ενεργό ρόλο, είναι όμως ανήσυχος από την έλλειψη οργάνωσης και χολωμένος από τη στάση του Τσάμη Καρατάσου, που «πρόδωσε το μυστικόν» στον αυλάρχη των ανακτόρων Σούτσο «κι εκείνος το είπε του βασιλέα»:

«Τότε είπαμεν να πάψωμεν από αυτό το κίνημα, να μην προδοθούμεν και πάρωμεν τους αδελφούς μας εις το λαιμόν μας. Οι άνθρωποι είχαν διάθεσιν να κινηθούν. Εγώ τραβήχτηκα. Ήρθε ο Δόσιος κι ο Δαμιανός, οπού ήταν με τον Τζάμη, κι άλλοι και με περικάλεσαν να μην τραβήσω χέρι, όμως να μπω κ’ επιτροπή… Τότε στείλαμεν μιαν ποσότη πολεμοφόδια με δυο γολέττες διά το Όρος…».

Ο Ιλαρίων δεν μπορούσε να λείπει από το κίνημα. Από την Αθήνα πήρε και πάλι το δρόμο για το Άγιο Όρος, εκεί όμως βρέθηκε στη δίνη των εμφύλιων αντιπαραθέσεων και των πολιτικών αντεκδικήσεων. Κάποιοι φίλοι του Τσάμη Καρατάσου, με τον οποίο ο Ιλαρίων είχε παρεξηγηθεί, τον πρόδωσαν στους Τούρκους και ο Καβαλιώτης αγωνιστής βρέθηκε σε φυλακή της Κωνσταντινούπολης (στις γνωστές φυλακές του ναυστάθμου, του Μπάνιου). Αποφυλακίστηκε μετά από ενέργειες του Μακρυγιάννη, αλλά δε χάρηκε την ελευθερία του. Ύστερα από λίγο τον σκότωσαν οι Τούρκοι, παρακινημένοι από ρωσικό δάκτυλο!

«Πήγε κι ο καϊμένος ο Λαρίων τους αντάμωσε -τον πρόδωσαν εις τους Τούρκους κάποιοι από τους ίδιους (ότ’ ήταν του Τζάμη άνθρωποι κι ο Λαρίων ήταν ’γγισμένος με τον Τζάμη). Τον έπιασαν, τον πήγαν εις το Μπάνιον εις Κωσταντινόπολη. Μίλησα με τους πρέσβες της Γαλλίας κι Αγγλίας -ότι τους γέλαγα και τους έλεγα του κάθε ενού “Δουλεύομεν και κινιώμαστε δια σας”, κ’ εμείς τηράγαμεν τον σκοπόν της πατρίδος μας – και μ’ αυτόν τον τρόπον έγραψαν οι Πρέσβες εις Κωσταντινόπολη κ’ έβγαλαν τον Λαρίων. Ύστερα οι Ρούσσοι δια την απάτη οπού έκαμεν του Ανατόλιου, οπού τον όρκισε εις το Όρος, ’νέργησαν και τον σκότωσαν οι Τούρκοι ύστερα -οπού ’φυε από το Μπάνιο. Και χάσαμεν έναν γενναίον άντρα».

Αυτό ήταν το άδοξο τέλος του Ιλαρίωνα Καρατζόγλου, του “γενναίου άντρα”, του Καβαλιώτη “αγωνιστή του ’21 και πρώιμου Μακεδονομάχου”[7], ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στον αγώνα για μια ελεύθερη πατρίδα και στη συνέχεια οραματίστηκε την απελευθέρωση των ελληνικών περιοχών που έμειναν αλύτρωτες έξω από τα όρια του μικρού ελληνικού κράτους. 

Σημειώσεις

[1] Ισχύει -σε μεγαλύτερο βαθμό μάλιστα- αυτό που επεσήμαινε μισόν αιώνα αργότερα ο υποπρόξενος Καβάλας Αριστείδης Παπαδόπουλος προς τον Υπ. Εξωτερικών, τις παραμονές της Επανάστασης του 1878 στη Μακεδονία. Ο Παπαδόπουλος θεωρούσε αδύνατη την επέκταση των εξεγέρσεων στο σαντζάκι της Δράμας (περίπου στους σημερινούς νομούς Δράμας και Καβάλας) και τόνιζε ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο χριστιανικός πληθυσμός θα κινδύνευε με γενική σφαγή: «Θλιβερά τω όντι και απελπιστική η θέσις των χριστιανών του διαμερίσματος Δράμας, καθόσον εάν το παν συνταραχθή, ούτοι οι δυστυχείς δεν θα δυνηθώσι ουχί μόνον να συμμεθέξωσι του αγώνος, αλλά θέλουσι διατρέξει τον έσχατον της απωλείας αυτών κίνδυνον».

[2] Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, βιβλίο 3ο, κεφ. 5ο

[3] Βλ. Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, «Οι άγνωστοι Μακεδόνες αγωνιστές του 21 και πρόδρομοι των Μακεδονομάχων, Ιλαρίων Καράτζογλου από την Καβάλα και Βασίλειος Αθανασίου από την Παλαιόχωρα Αρναίας (Σοποτνίκια)», Πρακτικά Β΄τοπικού Συμποσίου, Η Καβάλα και η περιοχή της (26-29 Σεπτεμβρίου 1986), Καβάλα 1987, σ. 67-88. Αναδημοσ. στον τόμο Θεσσαλονίκια και άλλα Μακεδονικά μελετήματα, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 245-264.

[4] Ο Γάλλος Φαβιέρος (Charles Fabvier), πρώτος διοικητής του τακτικού στρατού της Ελλάδας κατά την Επανάσταση του 1821, ήθελε να διαλύσει τα άτακτα σώματα και να προχωρήσει στη γενίκευση του τακτικού στρατού. Ο Καποδίστριας ήταν αντίθετος και to 1830 έγραφε στο φίλο του Eynard: «…Αν η Ελλάδα βρίσκεται στις παραμονές της ανεξαρτησίας της, το χρωστά αποκλειστικά στην ανδρεία και στην αφοσίωση αυτών των παλικαριών. Για να τους ανταμείψει λοιπόν η κυβέρνηση για τις υπηρεσίες τους θα τους αφήσει με τη θέλησή της στην εξαθλίωση και στην απελπισία;». Τελικά η αναδιάρθρωση έγινε και χιλιάδες αγωνιστές έμειναν “εκτός υπηρεσίας”.

[5] Το 1830 η Κρήτη είχε παραχωρηθεί από το σουλτάνο στο Μεχμέτ Αλή, αλλά ο λαός υπέφερε από τις καταπιέσεις του διοικητή της και τη βαριά φορολόγηση. Επανήλθε στην κυριαρχία των Οθωμανών το 1840. Με τη συνθήκη του Ιουλίου 1840 οι συνασπισμένες ευρωπαϊκές δυνάμεις Αγγλία, Αυστρία, Ρωσία, Πρωσία όχι μόνο δεν επέτρεψαν στο Μεχμέτ Αλή να γίνει κύριος όλης της Ανατολής, αλλά τον υποχρέωσαν να αναγνωρίσει την επικυριαρχία του σουλτάνου.   

[6] Στα 1839-1840 εμφανίζονται δύο κινήσεις στη Μακεδονία: Η πρώτη υποκινούνταν από Αιγύπτιους πράκτορες του Μεχμέτ Αλή, οι οποίοι προσπαθούσαν με ορμητήριο την Καβάλα και τη Θάσο να ξεσηκώσουν χριστιανούς και μουσουλμάνους εναντίον του σουλτάνου. Η δεύτερη (αυτή που αναφέρει ο Μακρυγιάννης) ήταν μια καθαρά ελληνική κίνηση, με επαναστατική επιτροπή αποτελούμενη από τους Μακρυγιάννη, Δόσιο, Δαμιανό, Ναούμ κ.ά. Συγκέντρωναν χρήματα και οργάνωναν σώματα για τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, έχοντας εξασφαλίσει και τη συμμετοχή του Καρατάσου. Η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε καμία ανάμιξη σ’ αυτά, μάλιστα προσπάθησε να αποτρέψει την κίνηση, η οποία και εξ αιτίας μιας σειράς αρνητικών συγκυριών δεν είχε ουσιαστικό αποτέλεσμα.
[7] Χαρακτηρισμός του Απόστολου Βακαλόπουλου (βλ. σημ. 1).