Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας – Υπατία (370-415 μ.Χ.) – του Βασίλειου Τσιάντου

Σήμερα 8 Μαρτίου «εορτάζεται», όπως κάθε χρόνο, η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας. Τα εισαγωγικά μπήκαν διότι ο εορτασμός αυτός είναι διαφορετικός. Είναι περισσότερο αναγνώριση της συνεισφοράς του μισού πληθυσμού της γης και επιπλέον διεκδίκηση των δικαιωμάτων των γυναικών σε κοινωνίες, όπου η θέση της δεν είναι η αρμόζουσα. Ακόμη και στις δυτικές κοινωνίες, που έχει γίνει μεγάλη πρόοδος, υπάρχουν τομείς όπου η γυναίκα δεν κατέχει την θέση που πρέπει, όπως οι θετικές επιστήμες, οι επιστήμες των μηχανικών, η Βουλή, οι υπουργικές θέσεις, κ.λπ. Άρα, ο δρόμος για την ισότητα της γυναίκας είναι ακόμη μακρύς, όπως άλλωστε και για κάθε μειονότητα, ή έστω διαφορετικότητα. Για το θέμα, όμως των γυναικείων θεμάτων υπάρχουν πολλές και πολλοί ειδικότεροι του γράφοντος για να γράψουν σήμερα.

Ταυτόχρονα είναι και η ημέρα θανάτου της Υπατίας, μαθηματικού και νεοπλατωνικής φιλοσόφου του τέλους του τρίτου, αρχές του τετάρτου αιώνα μ.Χ. [1]. Για την ακρίβεια είναι ημέρα αιδούς για την ανθρωπότητα, διότι ένας αμόρφωτος όχλος χριστιανών δολοφόνησε την Υπατία στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Για το θέμα αυτό όμως θα επανέλθουμε παρακάτω για να μην δημιουργούνται εσφαλμένες εντυπώσεις. Η θυσία της έχει εμπνεύσει τα γυναικεία κινήματα, ώστε δύο επιστημονικά περιοδικά στα γυναικεία θέματα έχουν πάρει το όνομα Hypatia. Επιπλέον, πολλοί συγγραφείς έχουν εμπνευσθεί από την δολοφονία της, όπως ο Τσάρλς Κίνγκσλεϋ (Charles Kingsley), ο οποίος το 1853 έγραψε το μυθιστόρημα «Hypatia» [2]. O Τσάρλς Κίνγκσλεϋ στηρίζει την ιστορία του σε πραγματικά γεγονότα, όπως γράφει ο ίδιος. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει σαν πηγή του τον Σωκράτη τον Σχολαστικό (380-439 μ.Χ.), ο οποίος έγραψε την «Εκκλησιαστική Ιστορία» από το 305 μέχρις το 439 μ.Χ.. Κάνει, μάλιστα, στον πρόλογο και κριτική στον Σωκράτη σχετικά με τον σύζυγο της Υπατίας και την ημερομηνία του θανάτου της.

Σχήμα 1. Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος του Τσάρλς Κίνγκσλεϋ «Υπατία».

Η Υπατία ήταν κόρη του μαθηματικού και αστρονόμου Θέωνα. Και οι δύο αναφέρεται ότι έγραψαν σχόλια στην «Μεγίστη (ή Μαθηματική Σύνταξη)», ή όπως σώθηκε στα αραβικά «Αλμαγέστη» [3]. Η Υπατία αναφέρεται στις πηγές σαν όμορφη και ανεξάρτητη γυναίκα. Πιθανά να είχε ένα αδελφό με το όνομα Επιφάνειος. Η εκπαίδευση της Υπατίας στα μαθηματικά οφειλόταν στον πατέρα της, ο οποίος εθεωρείτο ως ο καλύτερος μαθηματικός της εποχής του, μετά τον θάνατο του Πάππου. Η Υπατία ασχολήθηκε με την αριθμητική, την γεωμετρία και την αστρονομία, τρεις από τους τέσσερις κλάδους των μαθηματικών της εποχής της. Δεν ασχολήθηκε, μάλλον, με τον τέταρτο κλάδο των μαθηματικών, την μουσική. Ο Θέων αναφέρεται κάπου ως φιλόσοφος, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι όντως ήταν, με την έννοια του φιλοσόφου που έδιναν οι αρχαίοι συγγραφείς, ή που δίνουμε εμείς σήμερα, αλλά περισσότερο εθεωρείτο σαν προικισμένος στοχαστής. Αντίθετα, η Υπατία δεν έμεινε μόνο στην μαθηματική γνώση που απέκτησε, αλλά επειδή ήταν ανήσυχο μυαλό θα λέγαμε σήμερα, ασχολήθηκε με την φιλοσοφία. Το αν ασχολήθηκε μόνη της ή είχε κάποιον δάσκαλο δεν είναι βέβαιο [4]. Παρ’ όλα αυτά κατατάσσεται στην νεοπλατωνική σχολή και στην ίδια ακολουθία με τους Πλάτωνα και Πλωτίνο. Ήταν τέτοια η φήμη της ώστε την επισκεπτόταν μαθητές από διάφορα μέρη για να ακούσουν τις διαλέξεις της. Ένας από αυτούς ήταν και ο Συνέσιος ο Κυρηναίος, ο πιο γνωστός μαθητής της, αποκαλούμενος και ο ίδιος νεοπλατωνικός φιλόσοφος. Ο Συνέσιος ασπάστηκε στη συνέχεια τον χριστιανισμό και έγινε επίσκοπος Πτολεμαΐδας της Κυρηναϊκής. Συνέχισε μάλιστα να ασπάζεται νεοπλατωνικές θέσεις και να σέβεται την Υπατία, την οποία θεωρούσε «μητέρα, αδελφή, δασκάλα και ευεργέτιδά του» [4]. Έτσι, θεωρείται σήμερα ότι η Υπατία δεν είχε καμία διαμάχη με τους χριστιανούς εν γένει, αλλά μάλλον έπεσε θύμα των θρησκευτικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων της δύσκολης εποχής που έζησε.

Η Υπατία δεν είναι η μόνη γυναίκα φιλόσοφος, από την εποχή των προσωκρατικών φιλοσόφων μέχρι την εποχή της. Δυστυχώς, όμως, για όλες τις υπόλοιπες, όπως η Θεανώ (σύζυγος του Πυθαγόρα), η Υπαρχία (σύζυγος του φιλοσόφου Κράτη), η Aσκληπιγένεια (πιθανά δασκάλα του Πρόκλου), κ.λπ., έχουν σωθεί ελάχιστες πληροφορίες. Ήταν, όμως, αυτή που μαρτύρησε για τις ιδέες της. Ο χριστιανικός όχλος, προφανώς παρασυρμένος από κάποιους αμόρφωτους και ελεεινούς ανθρώπους, την περίοδο της μεγάλης κόντρας του Ορέστη, Ρωμαίου έπαρχου της Αλεξάνδρειας, και του επισκόπου Κύριλλου, συνέλαβε την Υπατία την ξεγύμνωσε, την ξέσκισε με κοχύλια, την έκοψαν σε κομμάτια και την έκαψαν [5]. Έτσι έχουμε ακόμη ένα (μία στην περίπτωση της Υπατίας) μάρτυρα του σκοταδισμού και των εμφύλιων παθών, όπως ο Σωκράτης, ο Μπρούνο, κ.λπ.. Ας κλείσουμε με το «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» όλοι οι σκοταδιστές του κόσμου!


[1] https://en.wikipedia.org/wiki/Hypatia.

[2] Charles Kingsley, Hypatia or New foes with an old face, J.F Taylor and Co, New York, 1899.

[3] Olaf Pedersen, A Survey of the AlmagestWith Annotation and New Commentary By Alexander Jones, Springer, New York, 2010.

[4] Michael A. B. Deakin, Hypatia of Alexandria – Mathematician and Martyr, Prometheus Books, New York, 2007. [5] «The Greek ecclesiastical historians of the first six centuries of the christian era», Samuel Bagster and Sons, London, 1844.




Παραδείγματα καλών πολιτικών πρακτικών (Περικλής) – του Βασίλειου Τσιάντου

Πολύς λόγος γίνεται σήμερα για τους πολιτικούς της εποχής μας σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Μάλιστα στην χώρα μας η μία παράταξη για να καλύψει τα λάθη των ηγετών της, θυμίζει τα λάθη των ηγετών της άλλης παράταξης. Κανείς όμως δεν μας λέει πως πρέπει να είναι ο καλός ηγέτης. Ποια είναι τα πλεονεκτήματα ενός σύγχρονου πολιτικού ηγέτη; Αυτό βέβαια εμπίπτει στα γενικότερα ερωτήματα, τι είναι η ηγεσία και ποιος είναι ο άριστος ηγέτης.

Επειδή ο ορισμός του όρου ηγεσία διχάζει ακόμη και τους ειδικούς επιστήμονες θα το παρακάμψω προς το παρόν και θα αναφερθώ σε πρακτικά παραδείγματα από γνωστές πολιτικές φυσιογνωμίες ξεκινώντας από τον Περικλή. Ο Περικλής είχε προπάππου τον Κλεισθένη, τον μεγάλο μεταρρυθμιστή και ιδρυτή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Ο Πλούταρχος στον «Βίο του Περικλή» γράφει ότι ο Περικλής είχε για δασκάλους του τον Δάμωνα τον μουσικό, αλλά και σοφιστή, τον Ζήνωνα τον Ελεάτη, και τέλος τον Αναξαγόρα, που έγινε στη συνέχεια προσωπικός φίλος του. Κανένας δημοσκόπος δεν αναφέρεται για δάσκαλός του, αλλά και φίλος του. Φίλοι του ήταν ο Σοφοκλής, ο Ιππόδαμος, ο Σωκράτης, ο Φειδίας, ο Λάμπων, ο Πρωταγόρας, κ.λπ. Ο Περικλής, κατά τον Πλούταρχο, φοβούμενος ότι μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει σκέψεις για εγκαθίδρυση τυραννίας, λόγω της καταγωγής του, εντάχθηκε στην δημοκρατική πολιτική παράταξη. Λέει πιο συγκεκριμένα ότι «προτίμησε να ταχτεί όχι με τους πλούσιους και λίγους παρά με τους πολλούς και φτωχούς, παρά την ψυχοσύνθεσή του που δεν ήταν καθόλου λαϊκή» (Πλούταρχος, «Περικλής», κεφ. 7, 3, έκδ. ΟΕΔΒ, 1976, νεοελληνική απόδοση Μιχ. Χ. Οικονόμου). 

Ο Περικλής άλλαξε και τις συνήθειές του. Έτσι «παράτησε τις προσκλήσεις σε δείπνα και όλες τις φιλικές συναναστροφές και σχέσεις, ώστε σε όλο το μακροχρόνιο διάστημα της πολιτικής του ζωής σε κανενός φίλου το σπίτι δεν πήγε για δείπνο» λέει ο Πλούταρχος, και επιπλέον συνεχίζει «παρά μόνο μία φορά, που παραβρέθηκε στους γάμους του εξαδέλφου του Ευρυπτόλεμου, αλλά και εκεί την ώρα που θα άρχιζαν να πίνουν σηκώθηκε αμέσως και έφυγε». Με λίγα λόγια ούτε καφέ στο Κολωνάκι, ούτε δείπνα στο «Simul» και το «Nolan», ούτε δείπνα σε κότερα και κρουαζιέρες. Ειδικά, όταν ο λαός είναι σε συνεχή λιτότητα λόγω της υπερδεκαετούς οικονομικής κρίσης, του εγκλεισμού λόγω του κορονοϊού και του φόβου για τα θέματα υγείας και των οικονομικών επιπτώσεων. Ο πολιτικός θα πρέπει να αποτελεί παράδειγμα προς τον λαό του, διότι όπως λέει και ο Ισοκράτης «το της πόλεως όλης ήθος ομοιούται τοις άρχουσιν» (Ισοκράτης, «Προς Νικοκλέα», 31).

Αντίθετα, λέει ο Πλούταρχος, «η αληθινή αρετή τόσο ωραιότερη φαίνεται, όσο εκδηλώνεται περισσότερο». Επομένως, δεν δείχνουμε προεκλογικά ένα καλό εαυτό, λιτό, κοντά στους πολίτες, και λίγο καιρό μετά την ανάληψη της εξουσίας τα ξεχνάμε όλα. Εάν κάποιος είναι πραγματικός ηγέτης θα έχει ίδια συμπεριφορά και πριν και μετά τις εκλογές και χωρίς εξουσία και με εξουσία. Ο Πλάτων, γράφει ο Πλούταρχος, έλεγε για τον Περικλή ότι το μεγάλο ύψος του πνεύματος και την τελειότητα στην εκτέλεση των έργων, που προστέθηκαν στην έμφυτη ευφυΐα του τα απόκτησε από την φυσική επιστήμη που μελέτησε κοντά στον Αναξαγόρα (βλ. και «Φαίδρο» του Πλάτωνα, 270). Άρα, οι εμβριθείς σπουδές είναι απαραίτητο εφόδιο για κάθε πολιτικό. Διαφορετικά, ο πολιτικός βασίζεται στους λογογράφους του και στους συμβούλους του. Δεν είναι, όμως, το ίδιο όταν η γνώση δεν έχει γίνει βίωμα, εξ ου και οι συχνές «γκάφες» των πολιτικών. Λίγο πιο κάτω γράφει ο Πλούταρχος ότι «ο Περικλής ο ίδιος μιλούσε στο λαό με τόση περίσκεψη, ώστε πάντα, όταν πήγαινε προς το βήμα, ευχόταν στους θεούς να μην του ξεφύγει άθελα από το στόμα του ούτε μία λέξη που να ήταν ανάρμοστη στην προκειμένη περίπτωση».

Ο Περικλής καθιέρωσε «κληρουχίας καὶ θεωρικὰ καὶ μισθῶν διανομὰς προαχθῆναι» και κατά κάποιους κακόμαθε τον λαό. Αυτή είναι η μία άποψη. Η άλλη άποψη είναι ότι η ασχολία με τα κοινά απαιτούσε πολύ χρόνο στην κλασσική Αθήνα και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μην έχουν τον απαιτούμενο χρόνο για το επάγγελμά τους. Έτσι καθιέρωσε τα θεωρικά, τα δικαστικά επιδόματα και άλλες μισθοδοσίες και παροχές για τον λαό.

Τέλος, στην μάχη της Τανάγρας ο Περικλής πολέμησε με μεγάλη ανδρεία και ξεχώρισε από όλους τους άλλους, αψηφώντας για την ζωή του. Δεν έμεινε στα μετόπισθεν δίνοντας συνεντεύξεις ή μιλώντας στην εκκλησία του δήμου. Ακόμη και η πληροφορία κάποιου Ιδομενέα ότι ο Περικλής ενεπλάκη στην δολοφονία του Εφιάλτη κρίνεται ως ανακριβής από τον Πλούταρχο. Ο Πλούταρχος γράφει ότι ο Περικλής «ίσως δεν ήταν ολότελα άμεμπτος, πάντως είχε φρόνημα ευγενικό και γενναιοψυχία». Κλείνοντας, θα ήθελα να συμπληρώσω ότι το μεγαλύτερο επίτευγμα του Περικλή ήταν τα αθάνατα μνημεία που κατασκευάστηκαν την εποχή του. Με τα μεγάλα αυτά έργα βρήκαν δουλειά πολλοί Αθηναίοι ειδικοί τεχνίτες, αλλά και άνεργοι πολίτες. Έτσι λέει ο Πλούταρχος οι εργασίες αυτές «μοίραζαν και σκορπούσαν, μπορεί να πει κανείς, την ευημερία σε όλους τους πολίτες, οποιαδήποτε ηλικία και αν είχαν και οποιαδήποτε φυσική δεξιότητα». Τα έργα του Περικλή έγιναν σε λίγο χρόνο, αλλά για μεγάλη διάρκεια και επιπλέον «το καθένα είχε από τότε που έγινε την ομορφιά του αρχαίου, αλλά κρατάει ως τώρα τη δροσερότητα ενός πρόσφατου και νέου έργου». Είναι δυνατόν να υπάρχουν τέτοιοι πολιτικοί ηγέτες χωρίς να έχουν ανάλογη παιδεία; Η πραγματικότητα δείχνει ότι χωρίς παιδεία και πνευματική καλλιέργεια οι πολιτικοί ηγέτες είναι κατώτεροι των περιστάσεων




Η απεραντοσύνη της γνώσης – του Βασίλειου Τσιάντου

Πριν λίγο καιρό φίλος ανάρτησε σε κοινωνικό δίκτυο (facebook) ένα κείμενο στα αγγλικά σχετικά με όσους έχουν μία μανία αγοράς βιβλίων, τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις δεν προλαβαίνουν να διαβάσουν, αλλά κοσμούν τις βιβλιοθήκες τους («Η αξία της κτήσης περισσότερων βιβλίων από αυτά που μπορείς να διαβάσεις», “The value of owning more books than you can read”). Στο ίδιο άρθρο γράφεται ότι ο Στατιστικός Νασίμ Νικόλας Τάλεμπ πιστεύει ότι με το να περιβαλλόμαστε από βιβλία, που δεν έχουμε διαβάσει, εμπλουτίζεται η ζωή μας, διότι μας υπενθυμίζουν όλα όσα δεν γνωρίζουμε! Μάλιστα, τονίζεται στο άρθρο ότι ο Ουμπέρτο Έκο είχε περίπου 30000 (τριάντα χιλιάδες) βιβλία στην προσωπική του βιβλιοθήκη, τα περισσότερα των οποίων δεν τα είχε διαβάσει!

Βλέποντας και τα βιβλία στην προσωπική μου βιβλιοθήκη, συμπέρανα ότι πάσχω από την ίδια νόσο. Πόσες φορές δεν κουβαλούσα σε σακούλες από τα παλαιοβιβλιοπωλεία της Αθήνας βιβλία εκπληκτικά (Άπαντα Πλάτωνα από τις εκδόσεις Πάπυρου, βιβλία του Βράιλα, Αριστοτέλη από διάφορες εκδόσεις, Θεόφιλο Βέικο, Μακράκη, Τσέλερ-Νεστλέ, Θεοδωρίδη, Γεωργούλη, Κορδάτο, Χέγκελ, Τζών Στιούαρτ Μιλ, Παπανούτσο, κ.λπ., κ.λπ.) στο αεροδρόμιο, στο αεροπλάνο και μετά στο σπίτι. Τα περισσότερα από τα οποία, φυσικά, δεν βρήκα χρόνο να τα διαβάσω και το χειρότερο όλων είναι ότι μου δημιουργούν και ένα συναίσθημα ότι γνωρίζω απειροελάχιστα πράγματα και ότι ο αμείλικτος χρόνος τρέχει τόσο γρήγορα, που ανησυχώ ότι δεν θα προλάβω να τα διαβάσω. Την άγνοιά μου, την είχα συνειδητοποιήσει από πολλές δεκαετίες, και μάλιστα την μετέφερα στους φοιτητές μου από την πρώτη στιγμή που επέστρεψα στην Ελλάδα, προ αρκετών ετών, ακόμη και για την επιστήμη μου, τα μαθηματικά. Τους έλεγα ότι γνωρίζω το ένα δισεκατομμυριοστό του ενός δισεκατομμυριοστού από την ύλη των μαθηματικών που υπάρχουν, και με κοίταζαν ενεοί και κεχηνότες! Για ένα νέο 18-20 ετών φαντάζει περίεργο ένας καθηγητής του να παραδέχεται ότι γνωρίζει απειροελάχιστα πράγματα από την επιστήμη του. Τι έκανε στις σπουδές του; Είναι δυνατόν να μην εκφράζει «αυτοπεποίθηση» λέγοντας «εγώ, ξέρω», όπως κάνουν πιθανά άλλοι συνάδελφοί του;

Το παραπάνω άρθρο, αλλά και οι σκέψεις και ανησυχίες μου, με έκαναν να αρχίσω να αναρωτιέμαι πόσα βιβλία μπορεί να διαβάσει κάποιος σε ένα χρόνο; Ποιος είναι ο πιθανός ελάχιστος και ποιος ο μέγιστος αριθμός βιβλίων που μπορεί να διαβάσει κάποιος σε ολόκληρη την ζωή του; Όσο και αν φαίνεται παράξενο, το ερώτημα αυτό απασχόλησε αρκετούς συνανθρώπους μας και υπάρχει αντίστοιχο υλικό στο διαδίκτυο. Ας υποθέσουμε ότι διαβάζει κάποιος ένα βιβλίο την ημέρα. Οπότε επί 365 ημέρες, αφήνουμε τα δίσεκτα, θα διαβάσει 365 βιβλία. Αν θεωρήσουμε ότι ξεκινάει κάποιος στα 20 να διαβάζει μέχρι τα 80 του, προκύπτουν 60 χρόνια. Άρα, 60×365 = 21900 βιβλία είναι ένας μέγιστος αριθμός βιβλίων που μπορεί να διαβάσει ένας φανατικός αναγνώστης. Δεν υπολογίζουμε την δυσκολία του κάθε βιβλίου και θεωρούμε ότι έχει κατανοήσει όσα διάβασε σε όλα αυτά τα βιβλία. Ένα πιο ήπιο σενάριο θα ήταν να θεωρήσουμε ότι διαβάζει 50 βιβλία κάθε χρόνο, άρα ο αριθμός των βιβλίων που θα διαβάσει σε 60 χρόνια θα είναι 3000 (τρεις χιλιάδες) βιβλία.

Επομένως, ο ελάχιστος αριθμός θα μπορούσε να θεωρηθεί το 3000 και ο μέγιστος το 21900. Δεν λαμβάνουμε υπόψη όσους δεν διαβάζουν καθόλου, ούτε όσους διαβάζουν πολύ λίγο. Έτσι, η επόμενη ερώτηση είναι πόση είναι αυτή η γνώση σε σχέση με την υπάρχουσα; Η λέξη γνώση έχει θεωρηθεί, επίσης, ότι έχει την Σωκρατική /Πλατωνική σημασία, δηλαδή βρίσκεται στο τέταρτο επίπεδο της «δίχα τετμημένης γραμμής», διότι δεν έχει μόνο σημασία τι διαβάσαμε, αλλά και τι κατανοήσαμε. Όταν έφθασα στο σημείο αυτό είπα να αναζητήσω τα βιβλία που υπάρχουν σε ένα από τα μεγάλα και πιο γνωστά Πανεπιστήμια της Αμερικής και έτσι έψαξα την βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Περιλαμβάνει 28 κτίρια και έχει 700 άτομα προσωπικό! Ο αριθμός των τόμων είναι περίπου 20 εκατομμύρια! Επιπλέον, υπάρχουν περίπου 400 εκατομμύρια χειρόγραφα (https://library.harvard.edu/about/about-harvard-library).

Νομίζω ότι είναι περιττό να βρει κανείς το ποσοστό των 21900 βιβλίων που μπορεί να διαβάσει ένας πολύ επιμελής αναγνώστης/μελετητής σε σχέση με τα 20 εκατομμύρια τόμους, αλλά ας το κάνουμε για δεοντολογικούς λόγους, αλλά και ευκολίας σύγκρισης. Πρόκειται για το 0,11%! Επομένως, όσο και να διαβάζει κάποιος θα έχει καταφέρει σε όλη του την ζωή να διαβάσει το πολύ 0,11% των τόμων της Βιβλιοθήκης του Χάρβαρντ. Άρα, πώς μπορεί να πει κάποιος ότι γνωρίζει; Μήπως, λοιπόν, πρέπει να καταργήσουμε το γενικό «ξέρω» από το λεξιλόγιό μας και να αντικαταστήσουμε με το ότι «η άποψή μου είναι το Α» και ότι στο απειροελάχιστο ποσοστό που είναι το αντικείμενό μου έχω πλήρη γνώση; Μήπως, ο Σωκράτης, επειδή ακόμη και στην εποχή του η γνώση ήταν αρκετά μεγάλη περιοριζόταν στο να λέει ότι «ένα γνωρίζω ότι δεν γνωρίζω»; Άρα, προσδιορίζοντας τι είναι αυτό που δεν γνωρίζω (την άγνοιά μου δηλαδή), αρχίζω να μελετώ, να διερευνώ το θέμα και ανεβαίνοντας σε επίπεδα, όπως η έλικα, προσπαθώ να το γνωρίσω;

Άρα, η απεραντοσύνη της γνώσης ας μας βοηθήσει να αντιληφθούμε την άγνοιά μας και με ταπεινοφροσύνη ας σκύψουμε πάνω στα θέματα που μας απασχολούν και κυρίως σε αυτά που μπορούν να μας βελτιώσουν σαν ανθρώπους. Θα ήθελα να κλείσω με ένα απόσπασμα του Κικέρωνα. Λέει κάπου ότι «μήπως οι καλύτεροι και σοβαρότεροι από όλους τους υπόλοιπους φιλοσόφους δεν ομολογούν ότι υπάρχουν πολλά που δεν ξέρουν και πολλά τα οποία πρέπει να μελετήσουν ξανά και ξανά για να τα μάθουν;» (Κικέρων, «Το φάρμακο της λύπης»).




Πετυχημένη ή δίκαιη ζωή; – του Βασίλειου Τσιάντου

Μία ιστορία που συγκλόνισε τις προηγούμενες ημέρες είναι η αυτοχειρία του επιχειρηματία από τον Βόλο. Ήταν ένας από τους πολλούς συνανθρώπους μας που μπορεί να κυκλοφορούν ανάμεσά μας, να έχουν πολλούς «φίλους», αλλά στην ουσία να νοιώθουν μόνοι. «Απέτυχα σε όλη μου τη ζωή» φέρεται να έγραψε ο συνάνθρωπός μας. Είναι, όμως, ή καλύτερα, πρέπει να είναι σκοπός της ζωής μας η επιτυχία;

Δυστυχώς, η εποχή μας, ειδικά τα χρόνια από την δεκαετία του ’80 και μετά, μαστίζεται από λάθος αξίες και αρχές. Πράγματα χιλιοειπωμένα μεν, αλλά με φανερή την αδυναμία να αποτελέσουν κοινωνική συνείδηση και να αποδεσμευτεί η κοινωνία μας από αυτά. Καταναλωτισμός, επιφανειακή ζωή, «δήθεν», άκρατος δανεισμός, έλλειψη αυτάρκειας, επίδειξη πλούτου, ακριβά αυτοκίνητα/σπίτια, άκρατος πλουτισμός με κάθε μέσον, θεοποίηση του χρήματος, αναξιοκρατία, ισοπεδωτισμός, κ.λπ., κ.λπ.. Όλα πράγματα χωρίς αξία, διότι ο σκοπός του ανθρώπου είναι η ευτυχία, η ευδαιμονία.

Οι περισσότεροι σοφοί ανά τους αιώνες απάντησαν στο ερώτημα πώς μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι ότι όλα τα υλικά αγαθά δεν φέρνουν την ευτυχία, εάν στερούνται αρετής. Άρα, γιατί θα πρέπει να αγωνιούμε για το εάν θα είμαστε πετυχημένοι; Σίγουρα τα υλικά αγαθά σε ένα ελάχιστο βαθμό είναι απαραίτητα για μία ανθρώπινη διαβίωση. Αυτό το θεωρούμε δεδομένο. Και εφόσον ο κάθε άνθρωπος που έρχεται στην ζωή έχει δικαίωμα να ζήσει ανθρώπινα, η κοινωνία, η πολιτεία θα πρέπει να έχουν αυτό σαν σκοπό. Αφού ξεπεράσουμε αυτό το όριο σε υλικά αποκτήματα γιατί θα πρέπει να ανησυχούμε για την επιτυχία ή όχι στην ζωή μας; Γιατί θα πρέπει να συμβουλεύουμε τα παιδιά μας να γίνουν πετυχημένοι άνθρωποι; Τι σημαίνει τελικά πετυχημένος άνθρωπος; Αντίθετα, μήπως θα έπρεπε να έχουμε διαμορφώσει διαφορετικά το ερώτημά μας; Μήπως θα έπρεπε να ρωτάμε, είναι δίκαιος αυτός ο άνθρωπος; Έζησε με δικαιοσύνη;

Ο συνάνθρωπός μας φέρεται να έγραψε «έχω αποτύχει στην προσωπική μου ζωή. Παντρεύτηκα δύο φορές. Έκανα τρία παιδιά. Τελικά κατέληξα και πάλι μόνος». Για να προσθέσει, «απέτυχα. Αγόρασα σκάφος και βούλιαξε. Πήρα εργοστάσιο και έκλεισε. Απέτυχα. Ότι και να έκανα επαγγελματικά δεν πήγε καλά». Γιατί να είναι κριτήριο αυτές οι σκέψεις, απόψεις για την ζωή ενός ανθρώπου; Γιατί να μην αναρωτιόμαστε αν ζήσαμε/ζούμε δίκαια; Γιατί να θεωρούμε τόσο σημαντικό την επιτυχία ή όχι ενός γάμου και όχι το εάν φερθήκαμε δίκαια και με σύνεση προς την/τον σύζυγο; Έστω και εάν τελικά ένα ζευγάρι χωρίσει. Γιατί να μην ανησυχούμε για το εάν είμαστε δίκαιοι με τα παιδιά μας; Γιατί να μην έχουμε τέτοια ερωτήματα στο μυαλό μας και έχουμε, αντίθετα, ερωτήματα σχετικά με επιφανειακά πράγματα, όπως η επιτυχία στον επαγγελματικό βίο. Είναι σημαντικότατο μέρος της ζωής μας ο επαγγελματικός μας βίος, αλλά η επιτυχία ή η αποτυχία μπορεί να είναι και θέμα συγκυριών ή αστάθμητων παραγόντων. Αλλά, έστω ότι κάναμε λάθος, γιατί να είναι το αποκλειστικό κριτήριο για την ζωή μας; Όλα αυτά ξεκινούν από τα πρότυπα που έχει η κάθε κοινωνία και η κάθε εποχή. Παλαιότερα σκοπός πολλών ανθρώπων ήταν η τίμια εργασία και η αξιοπρεπής διαβίωση της οικογένειας και ανατροφή των παιδιών. Τις τελευταίες δεκαετίες σκοπός της ζωής ήταν τα πολλά ακίνητα, τα ακριβά αυτοκίνητα, τα ταξίδια, τα γλέντια. Έτσι, με το που κατέρρευσε αυτό το μοντέλο πριν δέκα χρόνια βρεθήκαμε «απροστάτευτοι». Με μηδενική εκπαίδευση για μία διαφορετική κατάσταση, με λιγότερα υλικά αγαθά. Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι οτιδήποτε έχουμε είναι «δανεικό». Ερχόμαστε από το πουθενά και θα πάμε στο πουθενά. Η φύση μας χάρισε την ζωή και η φύση θα μας την πάρει. Άρα, όλα όσα έχουμε μας δωρίστηκαν και ενδέχεται κάποια μέρα να μην τα διαθέτουμε. Αντίθετα, την καλοσύνη, την δικαιοσύνη εάν τα αποκτήσουμε θα τα έχουμε για πάντα. Σε αυτά πρέπει να δίνουμε έμφαση. Να μην αφήνουμε τον εγωισμό μας να κυριαρχεί, αλλά να ζητάμε συγγνώμη από όσους αδικήσαμε.

Είναι γεμάτος ο τόπος από ανθρώπους άδικους, ανθρώπους εγωιστές, που νομίζουν ότι κινούνται έξυπνα. Ότι ξεγελάνε τους άλλους και πετυχαίνουν προσωπικά οφέλη. Δεν αντιλαμβάνονται ότι με τον τρόπο που κερδίζουν κάτι με τον ίδιο τρόπο όταν έρθει η ώρα θα το κάνουν άλλοι σε αυτούς. Ενώ αντίθετα, η καλοσύνη, η δίκαιη ζωή αναγνωρίζεται και επιστρέφει το καλό σε αυτούς που το έκαναν ή μπορεί και στα παιδιά τους.

Για να κλείσω το σύντομο αυτό σημείωμα είναι ευκαιρία να αλλάξουμε τώρα που ζούμε αυτές τις πρωτόγνωρες συνθήκες για όλους μας και με την σκέψη στις γιορτές που έρχονται να γίνουμε πιο γήινοι, πιο ανθρώπινοι. Να είναι η δίκαιη ζωή ο φάρος μας και όχι η επιτυχία. Η καλοσύνη μας και όχι η κακία που πιθανά χρησιμοποιείται για την «επιτυχία». Η αλληλεγγύη και ο καλός ο λόγος ας είναι η πυξίδα μας και όχι τα δεκάδες ακίνητα και ο πλούτος.




Πλάτωνος “Νόμοι” Βιβλίο Ε (Μέρος 3ο) – του Βασίλη Τσιάντου

Σε προηγούμενα άρθρα αναφερθήκαμε στο Ε΄ Βιβλίο των «Νόμων» του Πλάτωνα. Τα πρόσωπα του διαλόγου είναι τρεις ηλικιωμένοι άνδρες, ένας Αθηναίος, ο Κλεινίας από την Κρήτη και ο Μέγγιλος από την Σπάρτη. Συναντώνται στην Κνωσό και οδοιπορούν προς το Ιδαίο άντρο, το σπήλαιο όπου ανατράφηκε ο Δίας. Θα συνεχίσουμε με τον σχολιασμό άλλων σημαντικών σημείων του Ε΄ Βιβλίου.

Συνεχίζοντας τις συμβουλές ο Πλάτων, μέσω του Αθηναίου, λέει ότι «τις συμφωνίες με τους ξένους, πρέπει κανείς να τις θεωρεί ιερές και απαραβίαστες». Η έννοια του ξένου στον Πλάτωνα, αλλά και γενικά στην κλασσική Ελλάδα, είναι αντικείμενο συζήτησης και διαφορετικών ερμηνειών μεταξύ των ειδικών. Ο ξένος προκαλεί πάντα ένα «φόβο» λόγω της ετερότητας με εμάς. Έτσι, είμαστε συνήθως «κουμπωμένοι» μαζί του. Ο Σωκράτης δέχεται μάλλον καλοσυνάτα τον ξένο στον Σοφιστή. Ο διάλογος ανοίγει με την εισαγωγή του Σωκράτη σε έναν επισκέπτη στην Αθήνα από την Ελαία στη νότια Ιταλία, την κατοικία πολλών διάσημων στοχαστών, όπως ο Παρμενίδης. Ο Σωκράτης εκφράζει μεγάλη χαρά όταν γνωρίζει αυτόν τον ξένο (Πήτερ Μπένσον, https://philosophynow.org/issues/123 /Xenos_Jacques_Derrida_on_Hospitality). Από την λέξη ξένος έχουμε την λέξη ξενοφοβία (“xenophobia”). Αντιθέτως, ο Σωκράτης εκφράζει μια έντονη αίσθηση ξενοφιλίας (“xenophillia”). Επιθυμεί να ακούσει τις απόψεις του ξένου, με την ελπίδα ότι θα ανοίξουν νέες προοπτικές για φιλοσοφικά ζητήματα (έ. α.).

Επειδή αξίζει να γράψει κάποιος ξεχωριστό άρθρο για την έννοια του ξένου στην κλασσική Ελλάδα, θα προχωρήσουμε με τον σχολιασμό των Νόμων του Πλάτωνα. Γιατί θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί με τους ξένους; Διότι, απαντά ο Αθηναίος «ο ξένος βρίσκεται μακριά από φίλους ή συγγενείς και γι’ αυτό είναι πιο συμπαθής σε θεούς και ανθρώπους». Οι ξένοι έχουν την προστασία του Ξένιου Δία, και θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στην ζωή μας, ώστε να μην αδικήσουμε κανένα ξένο, διότι ο Ξένιος Δίας μπορεί να επιβάλλει τιμωρία σε όποιον το κάνει, λέει ο Πλάτων. Τόσο σημαντική ήταν η φιλοξενία για τους Έλληνες της κλασσικής εποχής, αν και οι αναφορές υπάρχουν από τον Όμηρο. Βέβαια, εδώ έχουμε περιπτώσεις στην αγαπητή μας Καβάλα, που συμπολίτες μας τόνιζαν την καταγωγή του υποψηφίου και όχι τις ικανότητές του για την εκλογή του. Μάλιστα, πρόσφατα φίλος σε συζήτηση έθετε το θέμα της καταγωγής του πιθανού υποψηφίου δημάρχου, ακόμη και αν ζει 20-30 χρόνια στην Καβάλα και είναι γραμμένος από χρόνια στα δημοτολόγια του δήμου. Σημασία έχει για την συντηρητική Καβάλα, ακόμη και σήμερα, το αν γεννήθηκε, μεγάλωσε και δεν κουνήθηκε από την Καβάλα και όχι οι ικανότητές του, η διάθεσή του για προσφορά στην πόλη, η τεχνογνωσία του. Από την άλλη καμιά φορά κάνουμε και τα στραβά μάτια! Δύο μέτρα και δύο σταθμά. Η αδικία, δηλαδή, στο μεγαλείο της, που σίγουρα δεν μας κάνει να είμαστε και πολύ ήσυχοι συνειδησιακά, και κατά μεγάλο ποσοστό αυτό μπορεί να είναι η τιμωρία του Δία!

Στην συνέχεια ο Πλάτων εξετάζει το ερώτημα «τι είδους άνθρωποι πρέπει να γίνουμε» ώστε να περάσουμε την ζωή μας με ωραιότερο τρόπο. Αφού αναφέρεται σύντομα στον έπαινο και τις επικρίσεις στρέφεται στην αλήθεια, την οποία θεωρεί ότι κατέχει την πρώτη θέση μεταξύ όλων των αγαθών. Τονίζει την σημασία της γράφοντας «όποιος θέλει να γίνει ευτυχισμένος πρέπει να συνδεθεί μαζί της από την αρχή και να ζήσει όσο περισσότερο μπορεί ως φιλαλήθης άνθρωπος»! Διαχωρίζει μάλιστα τον άνθρωπο που του αρέσει να λέει ψέματα σκόπιμα, αλλά και αυτόν που διαστρεβλώνει άθελά του την αλήθεια, τον οποίο τον αποκαλεί ανόητο («άνους»). Η καημένη η αλήθεια την περίοδο που ζούμε! Την έχουμε κατακρεουργήσει. Δύο κατηγορίες ανθρώπων δεν ζηλεύει κανείς, κατά τον Πλάτωνα, τους αναξιόπιστους και τους αμαθείς. Μάλιστα λέει ότι όσο πλησιάζουν τα γηρατειά κανείς δεν τους θέλει, οπότε απομονώνονται.  Βέβαια, να μην ρωτήσουμε τι γίνεται με τους πολιτικούς μας, οι οποίοι και ψέματα λένε σκόπιμα, αλλά και πολλές φορές διαστρεβλώνουν την αλήθεια, έστω και άθελά τους. Θα μπορούσε να τους κάνει κάποιος την ερώτηση εάν ενδιαφέρονται πραγματικά για το καλό της πατρίδας μας ή αν έχουν σαν σκοπό τους την «επαγγελματική» αποκατάσταση ή την ματαιοδοξία τους ή άλλο λόγο. Οι πιο πολλοί, ίσως και όλοι, θα απαντήσουν ότι ενδιαφέρονται πραγματικά για την πατρίδα και όχι για άλλο λόγο. Στην πορεία όλα φαίνονται και όλα αποκαλύπτονται. Είναι, όμως, συνήθως αργά και πολλές ενέργειές τους είναι μη αναστρέψιμες. Άρα, αποδεικνύεται εύκολα με την πάροδο του χρόνου ότι πολλοί πολιτικοί μας ψεύδονται. Φυσικά, το θέμα είναι να αναλαμβάνουν δημόσιες θέσεις αξιόπιστοι και ειλικρινείς άνθρωποι, που διαθέτουν και όλα τα υπόλοιπα προσόντα ενός καλού πολιτικού, γνώση, εμπειρία, διάθεση να προσφέρουν, υπεράνω χρημάτων (όπως υπερηφανευόταν ότι ήταν ο Περικλής), κ.λπ..

Μετά την αλήθεια προχωρά στην αδικία λέγοντας ότι «όποιος δεν κάνει αδικίες είναι άξιος τιμών, εκείνος όμως που δεν αφήνει τους κακούς να κάνουν αδικίες αξίζει διπλάσιο σεβασμό από τον προηγούμενο». Δηλαδή, τι λέει εδώ ο Αθηναίος; Λέει, ότι δεν αρκεί να μην αδικούμε, αλλά πρέπει και όταν δούμε, ακούσουμε, μάθουμε ότι κάποιος αδικεί δεν θα πρέπει να τον αφήσουμε! Μα, στην σύγχρονη Ελλάδα λέγαμε «τι τα θέλεις; Εσύ θα βγάλεις το φίδι από την τρύπα;» όταν κάποιος πήγαινε να πει ή να κάνει κάτι κατά κάποιου που αδικούσε και που προφανώς συμφωνούσαμε, αλλά δεν είχαμε την δύναμη να αντιδράσουμε. Έτσι, ακόμη και αν βλέπαμε κάποιον να το κάνει προσπαθούσαμε να τον σταματήσουμε και όχι να τον στηρίξουμε στην προσπάθειά του. Ο Πλάτων τονίζει το σημείο αυτό επαινώντας τον πρώτο που δεν αδικεί, αλλά για τον δεύτερο γράφει ότι «αξίζει όσο χίλιοι και πρέπει να θεωρείται μεγάλος και τέλειος πολίτης, αληθινό υπόδειγμα αρετής». Το ίδιο αναφέρει και για τις άλλες αρετές, ότι δηλαδή δεν πρέπει να τις κρατάμε για τον εαυτό μας, αλλά να τις μεταδίδουμε και στους άλλους. Κλείνοντας το θέμα αυτό ο Αθηναίος λέει ότι θα πρέπει να φροντίζουμε να υπάρχει άμιλλα μεταξύ μας για την αρετή, διότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να βελτιωθεί μία πόλη. Δηλαδή, αν θέλουμε να βελτιώσουμε την πόλη μας θα πρέπει να επιδοθούμε στην πραγματική βελτίωση του εαυτού μας, και όχι φυσικά στα λόγια, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα γίνουμε και καλύτεροι πολίτες. Οι ενέργειές μας να καθορίζονται από το δίκαιο, από την σύνεση, από την σωφροσύνη. Επίσης, θα ασχολούμαστε με θετικά έργα για το καλό της πόλης, και όχι για την προσωπική μας προβολή, το προσωπικό μας συμφέρον, ή το συμφέρον μίας μικρής ομάδας.




Εγκώμιο για τα Μαθηματικά (Μέρος πρώτο) – του Βασίλειου Τσιάντου

Στις 6 Νοεμβρίου 2020 διεξάγεται ο Πανελλήνιος Διαγωνισμός της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρίας (ΕΜΕ) με την ονομασία «ΘΑΛΗΣ» για τις τάξεις του Γυμνασίου (Β΄ και Γ΄) και το Λύκειο. Λόγω των ειδικών συνθηκών που ζούμε φέτος ο διαγωνισμός θα πραγματοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο από τις προηγούμενες χρονιές. Έτσι, κάθε ενδιαφερόμενος μαθητής θα πρέπει να συμβουλευτεί τον εκπαιδευτικό του (μαθηματικό) για τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν για να δηλώσει την συμμετοχή του. Μπορεί επίσης να απευθυνθεί στην σελίδα της ΕΜΕ (www.hms.gr) για περισσότερες πληροφορίες.

Η μαγεία των μαθηματικών είναι αποδεκτή από όλους όσους έχουν ασχοληθεί με αυτά. Πολλοί είναι αυτοί που ξεκίνησαν να σπουδάσουν κάτι άλλο και στην συνέχεια, όταν ανακάλυψαν τα μαθηματικά, στράφηκαν προς αυτά. Στη σειρά των άρθρων αυτών θα αναφερθούμε στην αξία των μαθηματικών, την φύση τους, την χρήση τους και την ομορφιά τους. Τον τίτλο των άρθρων τον δανειζόμαστε από το ομώνυμο βιβλίο του Γάλλου μαρξιστή φιλοσόφου Αλαίν Μπαντιού «Εγκώμιο για τα Μαθηματικά». Στο βιβλίο αυτό θα αναφερθούμε διεξοδικότερα σε επόμενο άρθρο.

Τα μαθηματικά υπήρχαν πιθανά από την εποχή των Σουμέριων, των Βαβυλώνιων, των Αιγυπτίων, κ.λπ., ίσως και από πιο πριν. Οι λαοί αυτοί χρησιμοποιούσαν σίγουρα μαθηματικές πράξεις για τις πρακτικές τους ανάγκες. Υπάρχει, όμως, διάκριση μεταξύ πρακτικής εφαρμογής και θεωρητικής ενασχόλησης. Ως επιστήμη, οι ειδικοί πιστεύουν ότι τα μαθηματικά ξεκίνησαν με τους Πυθαγόρειους και τον Θαλή. Αξιωματικά θεμελιώθηκαν με τον Ευκλείδη. Τα «Στοιχεία» του Ευκλείδη περιλαμβάνουν 13 Βιβλία. Κάθε Βιβλίο περιέχει όρους (ορισμούς), αιτήματα (αξιώματα), κοινές έννοιες, και προτάσεις (θεωρήματα). Για παράδειγμα, το πρώτο Βιβλίο περιέχει 23 όρους, 5 αιτήματα, 9 κοινές έννοιες και 48 προτάσεις. Στην Εικόνα 1 βλέπουμε την εισαγωγή από το πρώτο Βιβλίου των «Στοιχείων»  του Ευκλείδη από αγγλική έκδοση.

Εικόνα 1. Τα «Στοιχεία» του Ευκλείδη σε αγγλική έκδοση.

To γνωστό ηλεκτρονικό κατάστημα amazon.com στην παρουσίαση της έκδοσης των «Στοιχείων» γράφει ότι: «ο Ευκλείδης είναι ο πιο διάσημος μαθηματικός όλων των εποχών. Έζησε κατά τον τρίτο ή τέταρτο αιώνα π.Χ., μετά τον Πλάτωνα και πριν τον Απολλώνιο τον Περγαίο. Η φήμη του προέρχεται πρώτιστα από τα «Στοιχεία», τα οποία έγραψε σε δεκατρία βιβλία, και τα οποία έχουν ασκήσει στο ανθρώπινο μυαλό μεγαλύτερη επίδραση από οποιοδήποτε άλλο έργο εκτός της Βίβλου»! Τα ίδια γράφει και το Wikipedia («τα Στοιχεία του Ευκλείδη αναφέρονται σαν το πιο επιτυχές και με την μεγαλύτερη επιρροή βιβλίο που έχει γραφεί ποτέ), αλλά και πολλοί άλλοι συγγραφείς, όπως ο  Αμίρουτσε Μοκτέφ (Amirouche Moktef ), ο οποίος έγραψε το 2011 ότι «μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1860 στην Βικτωριακή Αγγλία τα Στοιχεία του Ευκλείδη χρησιμοποιούντο χωρίς ανταγωνιστή σαν διδακτικό σύγγραμμα για την διδασκαλία της γεωμετρίας στα σχολεία και τα κολλέγια». Οπότε δεν θα πρέπει να θεωρείται εξωπραγματικό αυτό που έκανε ο φιλόσοφος Σπινόζα και στο οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω.

Είναι γνωστό ότι οι τρεις μεγάλοι Ορθολογιστές φιλόσοφοι, Καρτέσιος, Σπινόζα και Λάιμπνιτς είχαν επηρεαστεί από τον Πλάτωνα και την σημασία που έδινε εκείνος στα μαθηματικά, αλλά και στην Λογική. Έτσι οι αναφορές τους στα μαθηματικά μέσα στα έργα τους είναι πολλές. Σε αυτές θα αναφερθούμε σε άλλο άρθρο. Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούμε στο σημαντικότερο έργο του Σπινόζα, την «Ηθική» του. Όπως θα περίμενε κανείς η «Ηθική» σαν φιλοσοφικό κείμενο θα έπρεπε να ήταν σε μορφή πραγματείας ή διαλόγου (κατά μίμηση του Πλάτωνα). Παρ’ όλα αυτά ο Σπινόζα για να δείξει την πίστη του στην αξία της γεωμετρίας έγραψε την «Ηθική» του όπως παρουσιάζει και ο Ευκλείδης τα «Στοιχεία» του.

Εικόνα 2. Η «Ηθική» του Σπινόζα

Όπως φαίνεται και στην Εικόνα 2 ο Σπινόζα στο έργο του «Ηθική», στο πρώτο μέρος «Περί Θεού», ξεκινά με οκτώ (8) ορισμούς, προχωρά με επτά (7) αξιώματα και συνεχίζει με 36 προτάσεις, τις οποίες «αποδεικνύει». Μάλιστα σε πολλές από αυτές τελειώνει με το Ο.Ε.Δ. («όπερ έδει δείξαι») του Ευκλείδη, όπως φαίνεται στο τέλος των προτάσεων 3 και 4!

Εικόνα 3. Η «Ηθική» του Σπινόζα (προτάσεις, αποδείξεις και Ο.Ε.Δ.).

Οι ορθολογιστές φιλόσοφοι προσπαθούσαν να επιστρέψουν στις «πρώτες αρχές» και ήθελαν να «χτίσουν» ένα φιλοσοφικό σύστημα στηριζόμενο σε στέρεες βάσεις. Έτσι, κατέληξαν στην Ευκλείδειο γεωμετρία και την αξιωματική της θεμελίωση, θεωρώντας ότι θα μπορούσαν να κάνουν κάτι αντίστοιχο για το φιλοσοφικό τους σύστημα. Εξ’ ου και η προσπάθεια του Σπινόζα να γράψει ένα καθαρά φιλοσοφικό κείμενο σε αξιωματική μορφή.




Διάλογοι Πλάτωνος -“Χαρμίδης, ή περί Σωφροσύνης” (Μέρος δεύτερο) – του Βασίλειου Τσιάντου

Εισαγωγή

Στο προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε στον διάλογο «Χαρμίδη» του Πλάτωνα. Γράψαμε ότι κατά αρκετούς ερευνητές, όπως ο Βλαστός, τα πρώιμα έργα του Πλάτωνα δίνουν μία αρκετά ακριβή εικόνα του ιστορικού Σωκράτη. Υπάρχουν, βέβαια και άλλες απόψεις, αλλά εμείς θα δεχθούμε αυτή την υπόθεση.

Εάν τώρα ρωτήσει κάποιος, μα καλά μας ενδιαφέρει ακόμη το τι είπε και έκανε ο Σωκράτης και ο Πλάτων; Δεν μας φθάνουν τα δικά μας «προβλήματα»; Η απάντηση, κατά την γνώμη μου, είναι ότι τα «προβλήματά» μας είναι ακριβώς ίδια με τα δικά τους προβλήματα, ή παραπλήσια. Δεν μας ενδιαφέρει σήμερα η ποιότητα της ζωής μας και το τι μας κάνει ευτυχισμένους; Δεν αντιλαμβανόμαστε οι περισσότεροι, ότι η πολιτική επηρεάζει την ζωή μας; Άρα, ποιο είδος πολιτεύματος είναι το πλησιέστερο στο να προσφέρει δυνατότητες για μία καλύτερη ζωή στους πολίτες του; Ποιος είναι ο καλός πολιτικός; Ποιος είναι ο ιδανικός πολίτης; Πρέπει να συμμετέχει ο πολίτης στις αποφάσεις; Πρέπει να εφαρμόζουμε τους Νόμους της Πολιτείας; Ποια η σχέση της Αρετής με την Πολιτική; Η Αισθητική επηρεάζει την τάση μας προς το Αγαθό; Ο πλούτος μίας Πολιτείας πως πρέπει να μοιράζεται; Τα ερωτήματα αυτά και άλλα πολλά μας απασχολούν σήμερα, αλλά απασχολούσαν και τους προγόνους μας από την Ομηρική εποχή, με έμφαση στα κλασσικά χρόνια, αλλά και αργότερα.

Μάλιστα, δεν έμειναν μόνο στο να θέσουν τα ερωτήματα, αλλά προσπάθησαν να δώσουν και απαντήσεις σε όλα αυτά. Όταν, λοιπόν, εξαιρετικοί διανοούμενοι όλων των εποχών ξεκινούν από τα έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, μήπως θα πρέπει και εμείς να κάνουμε το ίδιο;

Ο διάλογος «Χαρμίδης» πραγματεύεται μία από τις σημαντικές αρετές, την σωφροσύνη. Η σωφροσύνη είναι μία αρετή που χρειάζεται σε όλους  τους πολίτες, ιδιαίτερα την περίοδο που διανύουμε με την πίεση που δεχόμαστε από την επιδημία του κορονοϊού, τις οικονομικές επιπτώσεις, αλλά και την μακροχρόνια οικονομική κρίση. Η φιλοσοφία ή καλύτερα οι φιλοσοφικές απόψεις του Σωκράτη, ο τρόπος σκέψης του και η «μέθοδός» του, βοηθάει στην αυτοβελτίωσή μας.

«Χαρμίδης» (Μέρος δεύτερο)

Ο διάλογος «Χαρμίδης» ανήκει στους πρώιμους διαλόγους του Πλάτωνα, και πιο συγκεκριμένα στους πειραστικούς (δοκιμαστικούς). Ο διάλογος πραγματοποιείται μεταξύ του Σωκράτη, του Χαιρεφώντα, φίλου και πιστού μαθητή του Σωκράτη, του Κριτία, ενός εκ των μετέπειτα τριάκοντα τυράννων, και του Χαρμίδη, ξαδέλφου του Κριτία. Πρόκειται για μία αφήγηση σε πλάγιο λόγο του Σωκράτη σε φίλο του, ο οποίος δεν κατονομάζεται. Το θέμα του διαλόγου είναι η σωφροσύνη, μία εκ των αρετών. Ο Γουόλτερ Θόμας Σιντ (Walter Thomas Schid) θεωρεί ότι ο «Χαρμίδης» είναι σημαντικός, αναμφισβήτητα, Σωκρατικός διάλογος και ότι αναπτύσσει θέματα, όπως η φύση της ψυχής, η έννοια της γνώσης και το ιδανικό της ουτοπικής κοινωνίας, τα οποία ο Πλάτων πραγματεύεται στα έργα του της μέσης ή ώριμης περιόδου του.

Ας περάσουμε, όμως, στην παρουσίαση της συνέχειας του διαλόγου. Όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος, ο Σωκράτης μεταφέρει την συζήτηση στο γνώριμο πεδίο του, την φιλοσοφία, για την οποία ο Κριτίας τον διαβεβαιώνει ότι ο Χαρμίδης ενδιαφέρεται πολύ. Ο Κριτίας λέγει στον Σωκράτη ότι ο Χαρμίδης έχει πονοκέφαλο και του προτείνει να προσποιηθεί ότι γνωρίζει ένα φάρμακο που μπορεί να διώξει τον πονοκέφαλο. Ο Σωκράτης δέχεται και έτσι καλούν τον Χαρμίδη, ο οποίος κάθεται ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Κριτία. Ο Χαρμίδης ρωτά τον Σωκράτη αν γνωρίζει το φάρμακο για τον πονοκέφαλο και ο Σωκράτης του απαντά καταφατικά. Του λέει, πιο συγκεκριμένα, ότι είναι ένα βότανο και μαζί κάποια ξόρκια! Αν, όμως, δεν έλεγε ταυτόχρονα και τα ξόρκια, τότε το φάρμακο δεν θα έπιανε! Ωραία, του λέει ο Χαρμίδης, θα αντιγράψω από σένα τα ξόρκια. Αφού συμφώνησαν ότι θα πρέπει να πείσει ο Χαρμίδης τον Σωκράτη με τα λόγια που θα πει, ξεκινά ο Σωκράτης να λέει ότι όπως και σε άλλες περιπτώσεις οι γιατροί δεν προσπαθούν να γιατρέψουν μόνο ένα μέρος του σώματος, π.χ. τα μάτια, αλλά προσπαθούν να θεραπεύσουν και το κεφάλι, και με την ίδια λογική, ολόκληρο το σώμα, έτσι και τώρα, λέει ο Σωκράτης με τα ξόρκια θα προσπαθήσουμε να θεραπεύσουμε όλο το σώμα. Οι γιατροί, συνοψίζει ο Σωκράτης, «μαζί με το σύνολο προσπαθούν να θεραπεύσουν και να κάνουν καλά το μέρος μαζί με το όλο».

«ΣΩ: Ή μήπως δεν ξέρεις πως αυτά λένε οι γιατροί και πως έχουν έτσι τα πράγματα;»

Αφού συμφωνεί ο Χαρμίδης, ο Σωκράτης συνεχίζει τον συλλογισμό του χρησιμοποιώντας μία συνομιλία που είχε με Θρακιώτη γιατρό. Έτσι, λέει μεταξύ άλλων,

«ΣΩ: .. όπως δεν είναι σωστό να επιχειρεί κάποιος να θεραπεύει τα μάτια χωρίς να θεραπεύει και το κεφάλι, ούτε το κεφάλι χωρίς το σώμα, έτσι και το σώμα δεν πρέπει να θεραπεύεται χωριστά από την ψυχή, κι αυτή είναι ακριβώς η αιτία που διαφεύγουν από τους Έλληνες οι περισσότερες ασθένειες, επειδή παραμελούν το σύνολο, το οποίο θα έπρεπε να φροντίζουν, διότι, αν δεν υγιαίνει το σύνολο, είναι αδύνατο να υγιαίνει το μέρος.»

Συνεχίζοντας ο Σωκράτης, λέει ότι όλα ξεκινούν από την ψυχή! Και τα καλά και τα κακά για το σώμα και για ολόκληρο τον άνθρωπο. Επομένως, πρέπει εκείνη να θεραπεύουμε πρώτα και κύρια

«ΣΩ: Η ψυχή θεραπεύεται, …, με ορισμένα ξόρκια, κι αυτά τα ξόρκια είναι οι καλοί λόγοι.

Από τέτοιους λόγους γεννιέται στην ψυχή η σωφροσύνη, η οποία, μόλις γεννηθεί και βρεθεί μέσα στην ψυχή, είναι πια εύκολο να εξασφαλίσει την υγεία και στο κεφάλι και στο υπόλοιπο σώμα.»

Ο Θράξ γιατρός είχε ζητήσει από τον Σωκράτη να μην θεραπεύσει κανέναν αν δεν του παραδώσει πρώτα την ψυχή για θεραπεία, και μάλιστα του είπε ότι «τούτο είναι το σφάλμα απέναντι στους ανθρώπους, ότι δηλαδή κάποιοι επιχειρούν να είναι γιατροί χωριστά για το καθένα, τη σωφροσύνη δηλαδή και την υγεία». Άρα, η ψυχή είναι σε υψηλότερη προτεραιότητα από την υγεία. Αυτό αδυνατούν να το κατανοήσουν αυτόκλητοι σωτήρες μας σήμερα με την επιδημία του κορονοϊού. Επεμβαίνει στο σημείο αυτό ο Κριτίας και λέει στον Σωκράτη ότι ο Χαρμίδης δεν είναι μόνο εξαιρετικά όμορφος, αλλά υπερέχει από τους άλλους νέους και σε αυτό που ανέφερε ο Σωκράτης, δηλαδή την σωφροσύνη. Ο Σωκράτης τότε κάνει αναφορά στους προγόνους και την οικογένεια του Χαρμίδη, εκθειάζοντάς τους, και συμπεραίνει ότι δεν θα μπορούσε να μην υπερέχει και στην σωφροσύνη λόγω της άριστης καταγωγής του. Αν, όμως, του λέει, ήσουν σώφρων τότε δεν θα χρειαζόσουν ξόρκια για να φύγει ο πονοκέφαλος, αλλά θα χρειαζόσουν απλά μόνο το φάρμακο. Έτσι, τον ρωτά αν συμφωνεί με τον Κριτία, ότι δηλαδή αν είναι αρκετά προικισμένος με σωφροσύνη ή αν έχει κάποια έλλειψη. Παρατηρούμε πόσο όμορφα ο Σωκράτης στρέφει την συζήτηση στα γνώριμά του θέματα, δηλαδή γύρω από την αρετή. Επίσης, βλέπουμε, από τα προηγούμενα, την κοινή πεποίθηση των κλασσικών Ελλήνων για την υπηρέτηση του όλου από το μέρος και την πίστη τους ότι δεν μπορεί να ευημερεί το μέρος εις βάρος του όλου. Στην αρχαία Ελλάδα έδιναν μεγαλύτερη σημασία και αξία στο σύνολο, παρά στην ατομικότητα, διότι αποδεχόταν ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό όν. Εκ του γεγονότος αυτού απορρέουν οι τόσες πολλές θυσίες υπέρ πατρίδος (Περσικοί πόλεμοι, κ.λπ.). Την ίδια άποψη εκφράζει και ο Περικλής στον τελευταίο λόγο του. Ότι δηλαδή θα πρέπει να κοιτάζουμε ώστε να ευημερεί το σύνολο, διότι έτσι μόνο μπορεί να βοηθηθεί και το μέρος το οποίο «ασθενεί». Το ακριβώς αντίθετο κάναμε στην νεότερη ιστορία μας, με αποκορύφωμα την σπατάλη πόρων και ενέργειας κατά την περίοδο των «παχέων αγελάδων», με τελικό αποτέλεσμα την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας. Ενδιαφερόμασταν, και ίσως ενδιαφερόμαστε ακόμη, για το άτομο και όχι για το σύνολο.




Διάλογοι Πλάτωνος -«Χαρμίδης, ή περί Σωφροσύνης» (Μέρος πρώτο) – του Βασίλειου Τσιάντου

Εισαγωγή
Είναι γενικώς αποδεκτό ότι ο Σωκράτης είναι ο μεγαλύτερος φιλόσοφος του 5ου αιώνα. Ο Κάρλ Πόππερ στον πρόλογο στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του «Η Ανοιχτή Κοινωνία και οι εχθροί της» (εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ, 1980) γράφει ότι «η φιλοσοφία μου για την πολιτική, το ίδιο όπως και η θεωρία μου για τον υποθετικό χαρακτήρα όλης της επιστημονικής γνώσης, είναι εμπνευσμένη από τον Σωκράτη – ή απ’ αυτό που θεωρώ ως διδασκαλία του Σωκράτη, του Σωκράτη της πλατωνικής Απολογίας» (8 Οκτωβρίου 1979).
Ποιος είναι, όμως, ο ιστορικός Σωκράτης; Μπορούμε να αποφανθούμε με σιγουριά για τα γεγονότα της ζωής ή τις ιδέες του Σωκράτη; Και αν ναι, σε ποιες πηγές θα πρέπει να στηριχθούμε; Οι απόψεις είναι πολλές. Ο Γρηγόρης Βλαστός θεωρεί ότι τα πρώιμα έργα του Πλάτωνα μπορούν να μας δώσουν κατά μεγάλη προσέγγιση τις απόψεις του Σωκράτη (“The Philosophy of Socrates”, Palgrave Macmillan, 1971). Εμείς θα αποδεχθούμε την άποψη του Βλαστού και θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε τον Σωκράτη μέσα από τα πρώιμα έργα του Πλάτωνα. Για κάθε έργο θα αναφέρουμε τον βασικό σκοπό της συζήτησης, την αφορμή που πραγματοποιήθηκε, καθώς και τα κυριότερα σημεία του διαλόγου. Επειδή πολλοί διάλογοι, αν και σύντομοι, περιέχουν πολλά σημαντικά σημεία θα τα παρουσιάσουμε σε συνέχειες, ώστε να είναι «εύπεπτα» για τον αναγνώστη.
Ο βαθύτερος λόγος αυτής της παρουσίασης έγκειται στα λόγια του Πόππερ, ότι «η πλατιά αποδοχή του σωκρατικού ήθους της πνευματικής μετριοφροσύνης είναι η μεγαλύτερη ελπίδα μας», διότι, εξηγεί, «δεν είναι λίγοι οι διανοητές που με τις αλαζονικές και υπέρμετρες αξιώσεις τους για κατοχή γνώσης, συνέβαλαν στη δημιουργία της ατμόσφαιρας που έκανε δυνατούς δύο παγκοσμίους πολέμους. Η αποδοχή τους σωκρατικού ήθους, μπορεί ίσως να βοηθήσει να αποφύγουμε έναν τρίτο», λόγια που θεωρώ ότι είναι πολύ επίκαιρα. Υπάρχουν σήμερα πολιτικοί ηγέτες που ωθούν τους λαούς τους σε ακραίες πολιτικές επιλογές, διότι έχουν ξεφύγει από το μέτρο, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι θα έχουν την τύχη ηγετών του πρόσφατου παρελθόντος.
Θα ξεκινήσω με τον διάλογο «Χαρμίδης», ο οποίος πραγματεύεται μία από τις σημαντικές αρετές, την σωφροσύνη, την οποία φαίνεται, δυστυχώς, ότι δεν διαθέτουν πολλοί διεθνείς ηγέτες. Από την άλλη πλευρά, η σωφροσύνη είναι μία αρετή που χρειαζόμαστε όλοι οι έλληνες, πολίτες και πολιτικοί, ιδιαίτερα την περίοδο που διανύουμε με την πίεση από την επιδημία του κορονοϊού, τις οικονομικές επιπτώσεις, αλλά και την μακροχρόνια οικονομική κρίση, που έχει δοκιμάσει τις αντοχές μας. Έτσι, πιστεύω ότι η γνωριμία μας με την φιλοσοφία του Σωκράτη, τον τρόπο σκέψης του και την «μέθοδό» του, θα μας βοηθήσει ώστε να βελτιώσουμε τους εαυτούς μας. Το τελευταίο, θα έχει ως αποτέλεσμα την βελτίωση της συμπεριφοράς μας ως πολίτες, και αυτό με την σειρά του θα βοηθήσει γενικότερα στην ωριμότερη αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Τέλος, η σωφροσύνη δεν είναι αρετή «κατ’ αποκοπήν», αλλά μία αρετή που είτε την διαθέτουμε, είτε όχι. Άρα, δεν μπορεί να ενεργεί κάποιος με σωφροσύνη σε μερικά θέματα και στα υπόλοιπα όχι. Επομένως, έργο των πολιτικών θα πρέπει να είναι η πολιτική αρετή, μέρος της οποίας είναι και η σωφροσύνη.

«Χαρμίδης» (Μέρος πρώτο)
Ο διάλογος «Χαρμίδης» ανήκει στους πρώιμους διαλόγους του Πλάτωνα, και πιο συγκεκριμένα στους πειραστικούς (δοκιμαστικούς), όπως ο Ευθύφρων, ο Θεαίτητος, ο Ίων, ο Μένων και άλλοι. Ο διάλογος πραγματοποιείται μεταξύ του Σωκράτη, του Χαιρεφώντα, φίλου και πιστού μαθητή του Σωκράτη, του Κριτία, ενός εκ των μετέπειτα τριάκοντα τυράννων, και του Χαρμίδη, ξαδέλφου του Κριτία. Πρόκειται για μία αφήγηση σε πλάγιο λόγο του Σωκράτη σε φίλο του, ο οποίος δεν κατονομάζεται. Το θέμα του διαλόγου είναι η σωφροσύνη, μία εκ των αρετών.
Ας περάσουμε, όμως, στην παρουσίαση του διαλόγου. Ο Σωκράτης επιστρέφει από το στρατόπεδο της Ποτίδαιας, όπου είχε μεταβεί ως στρατιώτης. Η Ποτίδαια ανήκε στην Δηλιακή Συμμαχία και πλήρωνε φόρους στην Αθήνα. Η Αθήνα απαίτησε από την Ποτίδαια, μετά την ναυμαχία στα Σύβοτα το 433 π.Χ., να γκρεμίσει μέρος των τειχών και να στείλει ομήρους στην Αθήνα. Φοβούμενη, όμως, η Αθήνα την επιρροή της Κορίνθου στην Ποτίδαια έστειλε 30 τριήρεις και 1.000 οπλίτες υπό τον Αρχέστρατο. Οι Αθηναίοι έπλευσαν για την Ποτίδαια, αλλά επιτέθηκαν ενώ ήδη η εξέγερση είχε ξεκινήσει και οι Μακεδόνες ήταν σύμμαχοι των επαναστατών. Η Αθήνα έστειλε ακόμα 2.000 οπλίτες και 40 πλοία με αρχηγό τον στρατηγό Καλλία. Κατά την μάχη που επακολούθησε το 432 π.Χ. ο Σωκράτης έσωσε την ζωή στον Αλκιβιάδη. Ο Σωκράτης επιστρέφει στην Αθήνα και την επόμενη ημέρα επισκέπτεται την παλαίστρα του Ταυρέα, στις όχθες του Ιλισού. Εκεί συναντά τον Χαιρεφώντα, που μόλις τον βλέπει «τρέχει σαν τρελός που είναι» να του πιάσει το χέρι, λέγοντάς του πώς τα κατάφερε και σώθηκε, γιατί μαθεύτηκε ότι η μάχη ήταν σκληρή και ότι πολλοί γνωστοί Αθηναίοι σκοτώθηκαν, όπως ο στρατηγός Καλλίας (Θουκυδίδης, «Ιστορία», Βιβλίο Α΄, 63).
Αφού ο Σωκράτης εξιστόρησε τα γεγονότα της μάχης στην Ποτίδαια, ρώτησε για τα πράγματα στην Αθήνα και μάλιστα «για την φιλοσοφία, σε ποια κατάσταση βρίσκεται» («περί φιλοσοφίας όπως έχει τα νυν»). Ρωτάει, πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν νέοι που διακρίθηκαν για την σοφία τους; Τότε, ο Κριτίας του απαντά ότι υπάρχει ο Χαρμίδης, ο οποίος είναι ο ομορφότερος εκ των νέων. Ο Σωκράτης του ανταπαντά ότι δεν είναι καλός στην κρίση των ωραίων νέων, διότι όλοι οι νέοι του φαίνονται ωραίοι. Τα εγκώμια για την ομορφιά του Χαρμίδη συνεχίζονται από όλους, του Χαιρεφώντα συμπεριλαμβανομένου, οπότε ο Σωκράτης λέει,
«ΣΩ: Ω Ηρακλή πόσο ακαταμάχητο περιγράφετε τον άνδρα, αν συμβεί να έχει ακόμα κι ένα μόνο μικρό προσόν.»
«ΚΡ: Τί;»
«ΣΩ: Αν τυχαίνει να έχει γεννηθεί με καλή ψυχή.»
Έτσι, ο Σωκράτης μεταφέρει την συζήτηση στο γνώριμο πεδίο του, την φιλοσοφία, για την οποία ο Κριτίας τον διαβεβαιώνει ότι ο Χαρμίδης ενδιαφέρεται πολύ.
Βλέπουμε, δηλαδή, τον Σωκράτη να επιστρέφει από την εκστρατεία, να ξεκουράζεται και την επόμενη ημέρα να πηγαίνει στο γυμναστήριο, όχι στην καφετέρια, και αφού εξιστορεί τα της μάχης μεταφέρει την συζήτηση στην φιλοσοφία, η οποία για εκείνον ήταν συνυφασμένη με την ζωή του. Μάλιστα, προσπαθεί να μεταδώσει την αγάπη του αυτή στον νεαρό Χαρμίδη. Δεν κρατάει, δηλαδή, για το εαυτό του την γνώση του, ούτε απομονώνεται σε κανένα ησυχαστήριο, όπως έκαναν πολλοί φιλόσοφοι της «Νέας Φιλοσοφίας», τον 17ο αιώνα.




Περί Φιλοσοφίας και Σύγχρονης Ελλάδας (Μέρος πρώτο) – του Βασίλειου Τσιάντου

Στην σύγχρονη Ελλάδα ενώ είμαστε υπερήφανοι για την πολιτιστική μας, και όχι μόνο, κληρονομιά, δεν φαίνεται να κατανοούμε απλές και βασικές αρχές της. Ειδικά, αναφερόμενοι στην κλασσική εποχή υπερηφανευόμαστε για την πολιτική, την αρχαία ελληνική κωμωδία και τραγωδία, την τέχνη, τα μεγαλοπρεπή κτίρια, την φιλοσοφία πρωτίστως, αδυνατούμε όμως από την άλλη, κατά την γνώμη μου, ως σύνολο, να αντιληφθούμε τι ήταν αυτό που οδήγησε τους προγόνους μας σε αυτό το ανώτερο επίπεδο. Αντίθετα, βασικές και θεμελιώδεις για εκείνους αρχές και γνωστικά αντικείμενα δεν τυχαίνουν σήμερα της προσοχής μας, είτε στην εκπαίδευσή μας, είτε στην πολιτική ζωή, ακόμη και στην καθημερινή ζωή μας. Μία από αυτές είναι και η φιλοσοφία.

Πριν λίγες ημέρες ο υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας κ. Χαρδαλιάς, ερωτηθείς για τον επιχειρηματία που μετά από την επιβολή προστίμου και  το κλείσιμο αφού εξήγησε τους λόγους του καταστήματός του, απάντησε ότι «όλο αυτό (προφανώς που συμβαίνει με τον κορονοϊό) δεν είναι αστείο. Είναι σοβαρό». Συνέχισε τις σύντομες δηλώσεις του για να καταλήξει ότι «…, όλα τα άλλα είναι φιλοσοφίες και αναλύσεις»! Ενώ, δηλαδή, ως αρμόδιος έδινε το στίγμα του, όπως θα έπρεπε και φαντάζομαι ότι συμφωνούμε όλοι, πως πρόκειται για σοβαρή υπόθεση το θέμα της Δημόσιας Υγείας, υπερέβη τα εσκαμμένα μπαίνοντας σε πεδία που δεν τα κατέχει. Χρησιμοποίησε την έννοια για την οποία είναι υπερήφανοι όλοι οι Έλληνες, διότι ανακαλύφθηκε από τους προγόνους μας, την φιλοσοφία, με απαξιωτικό τρόπο, διότι προφανώς δεν κατανοεί την αξία της. Επειδή ο σκοπός του άρθρου μου δεν είναι ο κ. Χαρδαλιάς, αλλά οι γενικές απόψεις, θα ήθελα να τονίσω ότι η απαξίωση της φιλοσοφίας και γενικότερα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς γίνεται από εμάς πρώτιστα τους απογόνους τους και μετά από τους ξένους. Υπάρχουν επίσης συμπατριώτες μας που με την πρώτη ευκαιρία αναφέρονται σε απόψεις, που συνήθως δεν μπορούν να κατανοήσουν, ως «αμπελοφιλοσοφίες». Πάλι, δηλαδή, έχουμε απαξίωση της φιλοσοφίας. Γιατί; Σε τι ενοχλεί η φιλοσοφία τον νεοέλληνα; Μήπως όλοι αυτοί είναι ειδικοί στην φιλοσοφία και γνωρίζουν πράγματα για αυτή που εμείς δεν γνωρίζουμε, επομένως την θέτουν στην σωστή της διάσταση; Αν αντίθετα, η φιλοσοφία έχει αξία, γιατί ο νεοέλληνας δεν έχει κατανοήσει την αξία της; Είναι λόγω χαμηλού μορφωτικού επιπέδου; Είναι γιατί κάποιοι έχουν συμφέρον να μην ασχολούμαστε με την πολιτιστική μας κληρονομιά; Και αν ναι, ποιοι είναι αυτοί; Ή είναι άλλος ο λόγος;

Ας δούμε, τώρα, τον αντίποδα, με την αναφορά σε δύο από τις μεγαλύτερες ηγετικές μορφές της Ελλάδας και της υφηλίου όλων των εποχών, τον Περικλή και τον Μέγα Αλέξανδρο, και την σχέση τους με την φιλοσοφία. Ο Περικλής είχε για δασκάλους του μουσικούς Δάμωνα και Πυθοκλείδη, τον Ελεάτη φιλόσοφο Ζήνωνα, αλλά αυτόν με τον οποίο συναναστράφηκε περισσότερο ήταν ο Αναξαγόρας, ο επικαλούμενος «Νους», προσωκρατικός φιλόσοφος. Γιατί, ο Περικλής επέλεξε για δασκάλους δύο φιλοσόφους και όχι αποκλειστικά ρήτορες ή σοφιστές; Είναι ένα σημαντικό ερώτημα που η απάντησή του ίσως δίνει μία κατεύθυνση διαφορετική από την σημερινή αντίληψη περί πολιτικής και πολιτικών. Διότι, μάλλον, πίστευε ότι η διάνοια και η ψυχή είναι αυτά που θα πρέπει να είναι κυρίαρχα σε ένα πολιτικό, και ότι αυτά έπρεπε να «λαξεύσει». Ο Περικλής θαύμαζε τον Αναξαγόρα, με τον οποίο είχαν «βαθείας συζητήσεις» και ήταν σύμφωνα με τον Πλούταρχο, η επίδραση που τον επηρέασε βαθιά στο σοβαρό φρόνημά του, τον υψηλό λόγο του χωρίς χυδαιότητες και βωμολοχίες, στην σοβαρότητα του προσώπου του, στην πραότητα του βαδίσματός του και στην σεμνότητα της ενδυμασίας του.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς την εισαγωγή στον «Βίο του Περικλή», στους «Βίους Παράλληλους» του Πλουτάρχου. Αφιερώνει ο Πλούταρχος, πριν μπει σε λεπτομέρειες για τον βίο του Περικλή, μεγάλο μέρος για να αναφέρει τις φιλοσοφικές του απόψεις σχετικά με τις αρετές, που θα πρέπει να διαθέτει ο Ηγέτης! Για παράδειγμα γράφει για την ψυχή ότι εκ φύσεως είναι φιλομαθής και φιλοθεάμων. Επιπλέον, λέγει σε ένα σημείο ότι όπως οι οφθαλμοί αρέσκονται και τέρπονται βλέποντας ανθηρά και τερπνά χρώματα, έτσι πρέπει να στρέφουμε την διάνοια προς θεάματα, που την ευχαριστούν και την έλκουν προς το αγαθόν! Για να επεξηγήσει ότι τέτοια είναι τα ενάρετα έργα, τα οποία όταν εξιστορηθούν, εξάπτουν τον ζήλο και την προθυμία για μίμηση (Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι. Περικλής – Φάβιος Μάξιμος», Γ)! Πιο κάτω ο Πλούταρχος γράφει ότι η ενασχόληση με τα ταπεινά έργα μας κάνει αδιάφορους για υψηλότερα πράγματα. Ποιά να θεωρούσε ο Πλούταρχος ταπεινά έργα; Μήπως τις βόλτες στο Κολωνάκι, το ποτό στην «Βιβλιοθήκη» και τα πάρτυ της Μυκόνου; Για να δούμε τι έκανε ο Περικλής με τις συναναστροφές του. Από την εποχή που άρχισε να ασχολείται με την πολιτική, δέθηκε με την δημοκρατική παράταξη, παρά το ότι εκ καταγωγής ανήκε στην αριστοκρατία της εποχής. Η οικογένειά του ήταν πλούσια, όχι βέβαια όσο η οικογένεια του Κίμωνα. Ακολουθούσε πλέον την ίδια διαδρομή, προς την αγορά και το βουλευτήριο. Αμέσως άλλαξε την δίαιτά του ώστε να ταιριάζει με την παράταξή του. Άφησε τις προσκλήσεις για δείπνα, και κάθε παρόμοια φιλοφρόνηση, έτσι ώστε σε κανενός φίλου του το σπίτι δεν εδείπνησε, εκτός από μία φορά, για τον γάμο του εξαδέλφου του Ευρυπτόλεμου, κατά τον οποίο παρέμεινε μέχρι τις σπονδές, πριν δηλαδή το επίσημο δείπνο. Τέλος, δεν μιλούσε για οποιοδήποτε πράγμα («ουκ επί παντί πράγματι λέγων»), αλλά μόνο στα μεγάλα («προς τας μεγάλας χρείας επιδιδούς»).

Κλείνοντας το κείμενο αυτό θα ήθελα να τονίσω ότι με τις παραπάνω αναφορές από τον Πλούταρχο, σχετικά με τον βίο του Περικλή, γίνεται νομίζω αντιληπτή η διαφορά παιδείας των μεγάλων μορφών της πολιτικής ζωής της κλασσικής Ελλάδας σε αντιπαραβολή με το επίπεδο πολλών σημερινών πολιτικών. Ο Περικλής είχε για δασκάλους του δύο φιλοσόφους, με τον Αναξαγόρα να παίζει καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Επιπλέον, είναι δεδομένο ότι ο κύκλος του Περικλή ήταν η πνευματική αφρόκρεμα της Ελλάδας της εποχής του. Οι σημερινοί πολιτικοί έχουν για δασκάλους φιλοσόφους; Συναναστρέφονται οι πολιτικοί μας σήμερα την πνευματική αφρόκρεμα, ή αντίθετα συναναστρέφονται μετρίους και κόλακες; Στο επόμενο κείμενο θα αναφερθούμε στον Μέγα Αλέξανδρο.




Τι είναι η Πολιτική; Οι δυσκολίες στον ορισμό εννοιών – του Βασίλειου Τσιάντου

Αφορμή για την συγγραφή αυτού του άρθρου ήταν διάφορες συζητήσεις με φίλους, δια ζώσης ή διαδικτυακά, σχετικά με το τι είναι η «Πολιτική». Είναι αξιοπερίεργο ότι στην Ελλάδα, που γέννησε την πολιτική και την πολιτική επιστήμη, οι απόψεις πολλών συνανθρώπων μας σχετικά με τον ορισμό και το αντικείμενο της πολιτικής διαφέρουν. Είναι αυτό λογικό; Δηλαδή, είναι τόσο εύκολος ο ορισμός μίας έννοιας και απλά λόγω άγνοιας δεν τον γνωρίζουμε, ή τελικά ο ορισμός εννοιών είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση, επομένως είναι πολύ λογικό συνάνθρωποί μας, αλλά και εμείς να δυσκολευόμαστε; Αυτά τα ερωτήματα θα μας απασχολήσουν στο κείμενο αυτό.

Μετά από συζητήσεις με φίλους που κατέληγαν σε αδιέξοδο ως προς τον ορισμό της «Πολιτικής» αποφάσισα να το διερευνήσω περαιτέρω, αφήνοντας τους κλασσικούς Έλληνες, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, κ.λπ., και βλέποντας  τι πιστεύουν διάφοροι ειδικοί, και μη, σήμερα. Έτσι ανακάλυψα στο διαδίκτυο μία σειρά μαθημάτων του Ανοικτού Πανεπιστημίου του Ηνωμένου Βασιλείου (Η.Β.) με θέμα «Τι είναι η Πολιτική;» και αποφάσισα να την παρακολουθήσω. Τα συμπεράσματα από τα μαθήματα αυτά σε πρώτη φάση είναι ότι οι πολίτες εμπλέκουν την Πολιτική με τους πολιτικούς, οπότε συνήθως η αρνητική εικόνα για τους πολιτικούς επηρεάζει και την άποψή τους γενικά για την πολιτική (στο Η.Β.), και αυτό έχει έμμεσα σαν αποτέλεσμα να μην ασχολούνται με την πολιτική. Στην Ελλάδα πιστεύω ότι αν και υπάρχει γενικώς αρνητική εικόνα για τους πολιτικούς και την πολιτική, παρ’ όλα αυτά ασχολούμαστε περισσότερο ενεργά με την πολιτική. Έτσι, ίσως θα έπρεπε να γνωρίζουμε καλύτερα τι είναι η Πολιτική. Εν τούτοις, αυτό δεν συμβαίνει. Ο λόγος είναι ότι ο ορισμός της έννοιας Πολιτικής, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι δύσκολος και ανήκει μάλλον στις ουσιαστικά αμφισβητούμενες έννοιες (essentially contested concepts). Τις ουσιαστικά αμφισβητούμενες έννοιες εισήγαγε ο Σκωτσέζος Γουόλτερ Μπράις Γκάλι (Walter Bryce Gallie, 1912–1998) σε άρθρο του στο περιοδικό «Αριστοτελική Κοινότητα» (Aristotelian Society) στις 12 March 1956. Ο σκοπός του ήταν να διευκολύνει στην κατανόηση διαφορετικών εφαρμογών και ερμηνειών αφηρημένων και ποιοτικών εννοιών, όπως η τέχνη, η φιλανθρωπία, η κοινωνική δικαιοσύνη, κ.ά. Ο Γκάλι θεωρεί ότι στην πρακτική ζωή οι ατέρμονες συζητήσεις για την ερμηνεία ή αντίληψη ενός όρου ή μίας έννοιας και οι επικείμενες διαφωνίες επ’ αυτών, οφείλονται πιθανά σε λόγους σύγκρουσης συμφερόντων ή διαφορετικών γούστων ή στάσεων. Όταν από την άλλη, γράφει ο Γκάλι, μεταφερόμαστε στο επίπεδο της φιλοσοφίας, δηλαδή έχουμε διαφορετικές γνώμες για την ίδια έννοια τότε η επιμονή κάποιων ότι έχουν την σωστή αίσθηση του όρου αποδίδεται, κατά τον Γκάλι, σε «μία βαθιά και ενδιαφέρουσα πνευματική τάση»!  

Επιστρέφοντας στην σειρά μαθημάτων του Ανοικτού Πανεπιστημίου του Η.Β. βλέπουμε ότι η επιστημονική ομάδα γράφει ότι κατά καιρούς έχουν δοθεί πολλοί ορισμοί της πολιτικής από τους ειδικούς, αλλά και από πολιτικά πρόσωπα, οι οποίοι δεν είναι αποδεκτοί από το σύνολο, διότι είτε περιέχουν αντιφάσεις, είτε μέρος του ορισμού περιέχεται μέσα σε άλλο ορισμό (με λίγα λόγια δεν καλύπτεται η έννοια κατά το βάθος). Έτσι, αυτό που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να επιστρέψει στην παλιά μέθοδο, του Σωκράτη, στον «έλεγχο» του ορισμού στην προκειμένη περίπτωση. Να αναφέρω μόνο τον «Ευθύφρονα», τον διάλογο του Πλάτωνα περί οσίου, ο οποίος είναι απορητικός διάλογος και δεν καταλήγει σε τελικό ορισμό του όρου μετά από επτά ορισμούς που δίνει ο Ευθύφρονας και απορρίπτει διαλογικά ο Σωκράτης. Αυτή την μέθοδο, χωρίς να την κατονομάζουν, ακολουθεί η ομάδα του Ανοικτού Πανεπιστημίου, για να συζητήσει διάφορους ορισμούς της πολιτικής, ξεκινώντας από «στενούς» ορισμούς και προχωρώντας σε πιο ευρείς. Ένας από τους στενότερους ορισμούς που εξετάζουν είναι ότι «πολιτική είναι οτιδήποτε αφορά το Κράτος». Συνεχίζουν με την άποψη ότι «πολιτική είναι η επίλυση συγκρούσεων» για να προχωρήσουν και να φθάσουν στον ορισμό ότι «η πολιτική είναι η κοινωνική και δημόσια δραστηριότητα».

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι, αν και δεν υπάρχει πλέον μεγάλο ενδιαφέρον για τους ορισμούς εννοιών, εντούτοις ενδιαφερόμαστε για τις ίδιες τις έννοιες. Να θυμίσω μόνο το πόσοι και πόσοι σκοτώθηκαν για την «ελευθερία», την «κοινωνική δικαιοσύνη», την «ισότητα», την «δημοκρατία».