Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2019

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Φιλίππων σας προσκαλεί την Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019 στην εκδήλωση μνήμης των θυμάτων της σφαγής  της 4ης Οκτωβρίου  του 1941,  κατά την διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής.

Αναλυτικά το  πρόγραμμα της εκδήλωσης:

             -Θεία λειτουργία στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου      

               Φιλίππων.

10:00   -Παρέλαση των μαθητών του Δημοτικού Σχολείου Φιλίππων και    

               πολιτιστικών συλλόγων της Δημοτικής Ενότητας Φιλίππων.

10:15   -Επιμνημόσυνη δέηση στο Ηρώο των πεσόντων

              -“Προσευχή” από την Φιλαρμονική Κρηνίδων

              -Προσκλητήριο Νεκρών

              -Κατάθεση στεφάνων από την πολιτική ηγεσία και εκπροσώπους  

               των οικογενειών  των θυμάτων.

10:30   -Το χρονικό της σφαγής – Ομιλία από την πρόεδρο του Συλλόγου  

               Σογαντζή Βασιλική

             -Τελετή αποκαλυπτηρίων  τιμητικής επιγραφής προς τιμήν του   

               Χρήστου Κρικόπουλου, δασοκομάντος, ο οποίος έχασε την ζωή    

              του εν ώρα καθήκοντος.

              -Ενός λεπτού σιγή - Εθνικός  Ύμνος

              -Λήξη τελετής

               Τιμές θα αποδώσει η Φιλαρμονική Κρηνίδων .

11:00    -Έκθεση λαογραφικού υλικού και δεξίωση στον  χώρο του  

               Κέντρου    Περιβαλλοντικής  Εκπαίδευσης (ΚΠΕ) Φιλίππων (παλιό

                σχολείο).

Ekdilosi Sfagi Filippon 2019

Κατηγορία Εκδηλώσεις

του Κυριάκου Λυκουρίνου, ιστορικού -πρώην προϊστάμενου Γενικών Αρχείων Κράτους

Το τελευταίο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου 1918 τα ελληνικά στρατεύματα προελαύνουν στην Ανατολική Μακεδονία και η περιοχή μας λυτρώνεται από τη ζοφερή βουλγαρική κατοχή. Οι δημοσιογράφοι που ακολουθούν τον ελληνικό στρατό περιγράφουν εικόνες ανατριχιαστικές, που δεν έχουν τίποτα από την πατριωτική έξαρση και τον παλλαϊκό ενθουσιασμό του 1913: Το στρατιωτικό τμήμα μπαίνει στην Καβάλα στις 25 Σεπτεμβρίου εν μέσω νεκρικής σιγής και για να προϋπαντήσουν το στρατηγό Νεγρεπόντη βγαίνουν μερικοί σκελετωμένοι γέροντες και λίγες ρακένδυτες γυναίκες. Η πόλη εμφανίζει όψη νεκροταφείου και στους έρημους δρόμους της κινούνται ελάχιστοι άνθρωποι σαν σκιές φαντασμάτων. Λίγες γαλανόλευκες σημαίες εμφανίζονται σε μισογκρεμισμένα μπαλκόνια και σε ξεχαρβαλωμένα παράθυρα. Οι άνθρωποι τρέμουν από συγκίνηση αλλά δεν έχουν τη δύναμη να εκδηλώσουν τα συναισθήματά τους…

Η βουλγαρική κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, από τον Αύγουστο του 1916 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1918, εξελίχθηκε σε μια ασύλληπτων διαστάσεων ανθρωπιστική καταστροφή σ’ όλη την έκταση του κατεχόμενου χώρου. Στόχος των κατακτητών υπήρξε κατά βάση το ελληνικό στοιχείο, εναντίον του οποίου εφάρμοσανμια συνειδητή πολιτική εξόντωσης. Όχι με μαζικές σφαγές και εκτελέσεις, αλλά με την αποστέρηση όλων των μέσων της επιβίωσης, με την υποβολή των ανθρώπων σε αφάνταστες κακουχίες, με τις τεράστιες σε έκταση υλικές καταστροφές,με εξοντωτικούς περιορισμούς και απαγορεύσεις, με ταπεινώσεις και ηθικά μαρτύρια. Περισσότερο υπέφεραν οι πόλεις της Καβάλας και των Σερρών και η περιοχή του Παγγαίου.

Οι πιο ειδεχθείς καταστάσεις της βουλγαρικής κατοχής υπήρξαν αναμφίβολα η σκόπιμα οργανωμένη λιμοκτονία και ο αναγκαστικός εκτοπισμός των ενηλίκων ανδρών στο εσωτερικό της Βουλγαρίας. Από την ασιτία αποδεκατίστηκε περισσότερο ο ελληνικός πληθυσμός των μεγάλων πόλεων, οι Τσιγγάνοι και όλοι οι οικονομικά αδύναμοι. Εξ αιτίας της έλλειψης τροφίμων, οι άνθρωποι αναγκάζονταν να τρέφονται με χόρτα και ρίζες, να τρώνε γάτες, σκυλιά, χελώνες ακόμη και πτώματα ζώων. Σε 14.000 υπολογίζονται τα θύματα της πείνας μόνο στην πόλη της Καβάλας.

Η μαρτυρική “ομηρία” 35-40.000 ανδρών σε καταναγκαστικά έργα στο Κίτσεβο, στη Σιούμλα, στο Κάρνομπατ, στο Γκόστιβαρ κ.ά., όπου η θνησιμότητα έφτανε και το 50%, έχει μείνει ανεξίτηλη στη συλλογική μνήμη του τοπικού πληθυσμού κι έχει περάσει και σε δημοτικά τραγούδια. Σ’ ένα από τα πολλά της περιοχής Δράμας οι γυναίκες και τα παιδιά των “ομήρων” αγωνιούν για την τύχη των αγαπημένων τους: «Της Βουλγαρίας τα βουνά / Θεέ μ’ χαμήλωσέ τα / να διούμε τις μπαμπάδες μας (να διούμε και τις άντρες μας) / και παλ’ αψήλωσέ τα».

Αναμφίβολα η βία των Βουλγάρων ξεπερνούσε τα όρια της συνήθους κατακτητικής βίας και είχε όλα τα γνωρίσματα της εθνοκάθαρσης. Η βία του κατακτητή ασκείται για λόγους προληπτικούς ή αποτρεπτικούς, καταστολής ή εκδίκησης και αποσκοπεί στη νοηματοδότηση της εξουσίας του ή στην εδραίωση της κυριαρχίας του. Στην περίπτωση όμως της εθνοκάθαρσης οι θύτες σχεδιάζουν την συστηματική εξολόθρευση των θυμάτων τους, επιδιώκοντας παράλληλα να εξαφανίσουν και τα στοιχεία της ιδιαίτερης εθνικής τους υπόστασης. Στο πόρισμα της Διεθνούς Διασυμμαχικής Επιτροπής καταχωρίζεται το ακόλουθο συμπέρασμα: «Είμαστε βέβαιοι ότι η Βουλγαρία είχε ένα συγκεκριμένο στόχο: την καταστροφή του ορθόδοξου ελληνικού πληθυσμού της Ανατ. Μακεδονίας».

Ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό τα όσα είχε πει στην κάμερα του Kavala Portal ο κ. Λυκουρίνος το 2017, στο πλαίσιο μιας έρευνας για ένα από τα σχετικά υποδεέστερα (σε σχέση με την γενικότερη εθνοκάθαρση της Καβάλας και της Ανατολικής Μακεδονίας) εγκλήματα των Βουλγάρων: την κλοπή της βιβλιοθήκης του Ιμαρέτ -η οποία έλαβε χώρα την 1η Ιουνίου του 1917.

Στα 1916-1918 οι Έλληνες της περιοχής αυτής υπέστησαν μια πολιτική εξόντωσης, βρέθηκαν όμως και ενώπιον φοβερών διλημμάτων, αφού προκειμένου να επιβιώσουν έπρεπε να απαρνηθούν την ελληνική τους ταυτότητα, να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, να μεταναστεύσουν οικογενειακώς στη Βουλγαρία κι ακόμη να παραβιάσουν τις ηθικές τους αρχές και να απολέσουν την τιμή και την αξιοπρέπειά τους. Τον Απρίλιο του 1917 εξ αιτίας του λιμού που αποδεκάτιζε τον πληθυσμό των Σερρών, το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης αναγκάστηκε «μετά ανεκφράστου ψυχικής οδύνης και εθνικού άλγους» να εκδώσει ψήφισμα για την ελεύθερη μετανάστευση των Σερραίων στη Βουλγαρία. Σε 10-12.000 υπολογίζονται τα άτομα που μετανάστευσαν τότε από την Ανατ. Μακεδονία στη Βουλγαρία για να γλυτώσουν από την πείνα.

Από την άλλη, πλήθος ορφανά και εγκαταλειμμένα παιδιά μεταφέρονται στη Βουλγαρία και ζουν σε βουλγαρικές οικογένειες, με σκοπό να απολέσουν την ελληνική τους εθνική ταυτότητα (η Διεθνής Επιτροπή χρησιμοποιεί τον όρο “denationalisation”, ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης έκανε λόγο για“παιδομάζωμα κατά το σύστημα των γενιτσάρων”). Επιπλέον πολλές φτωχές γυναίκες και κορίτσια της Ανατολικής Μακεδονίας υπηρετούν αναγκαστικά τους Βουλγάρους, τους ακολουθούν στην πατρίδα τους ή υποκύψουν σε σεξουαλικούς καταναγκασμούς, κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί.

Το αποτέλεσμα της πολιτικής των Βουλγάρων συγκεφαλαιώνεται στη Γενική Έκθεση της Διεθνούς Διασυμμαχικής Επιτροπής, η οποία διενήργησε έρευνα σε 339 πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της Ανατολικής Μακεδονίας. Το 1916 ο πληθυσμός αυτών των οικισμών ανερχόταν σε 305.000 κατοίκους. Μέσα σε δύο χρόνια 32.000 απεβίωσαν στην περιοχή από την πείνα, τις αρρώστιες και τις κακουχίες και 12.000 χάθηκαν στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στη Βουλγαρία (άλλες πηγές τους υπολογίζουν σε 18.000). Σύμφωνα μ’ αυτά τα στοιχεία, το ποσοστό των απωλειών εγγίζει το 14,5%, ένα ποσοστό αδιανόητο, αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για άμαχο πληθυσμό που βρισκόταν μακριά από τα πεδία των πολεμικών συγκρούσεων.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1918 η Βουλγαρία έχει συνθηκολογήσει και οι κατοχικές δυνάμεις έχουν αποχωρίσει από την Ανατολική Μακεδονία. Επανέρχονται στην περιοχή οι ελληνικές αρχές και επισκέπτονται τις πόλεις οι πρώτοι Έλληνες και ξένοι παρατηρητές και δημοσιογράφοι. Όλοι διεκτραγωδούν την κατάσταση, μεταφέροντας εικόνες καταστροφής και ερήμωσης.

Ενδεικτικό είναι το πρώτο περιεκτικό τηλεγράφημα του C. S. Buttler, ανταποκριτή του βρετανικού Daily Mail: «[Στην Καβάλα] βρήκα εικόνες ερήμωσης, λεηλασίας και βιασμών. Αντί για μια ακμαία πόλη 40.000 κατοίκων αντίκρισα έναν τόπο έρημο. Ο τωρινός πληθυσμός είναι 8.500. Όλοι οι άρρενες Έλληνες εκτοπίστηκαν στη Βουλγαρία. Από όσους απέμειναν εδώ, κυρίως γυναίκες και παιδιά, οι πιο πολλοί πέθαναν από την πείνα. […]. Κατά μέτριους υπολογισμούς οι θάνατοι από πείνα ανέρχονται στην Καβάλα σε 15.000. Αγόρια και κορίτσια από 10 χρονών και πάνω αναγκάζονταν να δουλεύουν στα χαρακώματα για 10 ώρες τη μέρα, κουβαλώντας πέτρες και νερό. Η τροφή τους ήταν μια νερόσουπα από χόρτα και 10 ουγγιές ψωμί. Τα παιδιά δέρνονταν όταν σταματούσαν να εργάζονται. Τα ακατοίκητα σπίτια απογυμνώθηκαν από τα έπιπλά τους. Η ξυλεία των δαπέδων και τα κουφώματα χρησιμοποιήθηκαν ως καυσόξυλα.[…] Οι βιασμοί κοριτσιών υπερβαίνουν κάθε υπολογισμό και είναι αδύνατο να περιγραφούν με λεπτομέρειες. Εξέτασα αυτόπτες μάρτυρες, κυρίως Τούρκους, Εβραίους και Τσιγγάνους, αποφεύγοντας εκείνους που νόμιζα ότι θα μεγαλοποιούσαν τα πράγματα».

Οι τραγικές εικόνες που μεταφέρονται στις στήλες των εφημερίδων συγκλονίζουν όλον τον ελληνισμό και από παντού (από πανεπιστήμια, επιστημονικές ενώσεις, συλλόγους φοιτητών, ομοσπονδίες εκπαιδευτικών, εργατικά συνδικάτα, πνευματικούς ανθρώπους κ.α.) υψώνονται φωνές αγανάκτησης και διαμαρτυρίας για τα αποτρόπαια εγκλήματα. «Εν μέσω του μεγάλου πένθους της ελληνικής φυλής διά την εξόντωσιν της Ανατολικής Μακεδονίας», οι Έλληνες λογοτέχνες απευθύνονται προς τον πνευματικό κόσμο της Ευρώπης, «όπως καταγγείλουν το αποτρόπαιον τούτο έγκλημα συντεταγμένου κράτους κατά πληθυσμών ανυπερασπίστων…» (υπογράφουν οι Κ. Παλαμάς, Ι. Πολέμης, Γ. Δροσίνης, Ι. Βλαχογιάννης, Γ. Σουρής κ.ά.).

Στις 29 Σεπτεμβρίου οι διευθυντές των αθηναϊκών εφημερίδων, «έμπλεοι αγανακτήσεως και φρίκης εκ της ερημώσεως και της καταστροφής την οποίαν ο Ελληνικός Στρατός και ο Ελληνικός Τύπος συναντά εις παν βήμα του», διαμαρτύρονται ενώπιον του πολιτισμένου κόσμου και παρακαλούν «τον Παγκόσμιον Τύπον όπως στείλει αντιπροσώπους του εις Σέρρας, Δράμαν και Καβάλλαν προς εξακρίβωσιν και βαθυτέραν αντίληψιν της τερατωδίας των βουλγαρικών κακουργημάτων» (υπογράφουν οι Δημ. Λαμπράκης της εφημ. “Πατρίς”, Ανδρ. Καβαφάκης του “Ελεύθερου Τύπου”, Άδ. Κύρου της “Εστίας”, Δημ. Καλαποθάκης του “Εμπρός” κ.ά., συνολικά 17 διευθυντές).

Κείμενα διαμαρτυρίες εκδίδονται και στην Ανατολική Μακεδονία από συλλόγους, σωματεία κ.ά. Στο Πράβι την 28η Οκτωβρίου 1918 τελέστηκε μνημόσυνο για τα θύματα των Βουλγάρων και ακολούθησε πάνδημο συλλαλητήριο. Στο ψήφισμά του ο «περισωθείς εκ τηςβουλγαρικής θηριωδίας λαός του Πραβίου και των περιχώρων» καταγγέλλει στον πολιτισμένο κόσμο τα δεινά του τόπου και των κατοίκων του και καλεί τις κυβερνήσεις των συμμαχικών και των ουδέτερων χωρών να στείλουν αντιπροσώπους στην περιοχή για να εξακριβώσουν και επισήμως τα διαπραχθέντα κακουργήματα.

Αναμφίβολα τέτοιες διαμαρτυρίες υπηρετούντη γραμμή της ελληνικής κυβέρνησης για προώθηση των εθνικών διεκδικήσεων εν όψει του επικείμενου Συνεδρίου της Ειρήνης, εκφράζουν όμως και τον ψυχικό συγκλονισμό όλου του ελληνισμού.

Πολλά δημοσιεύματα δεν διεκτραγωδούν απλώς την κατάσταση, αλλά κάνουν και δραματική έκκληση για άμεση βοήθεια: Η Ανατολική Μακεδονία δεν έχει δικά της μέσα για να αντιμετωπίσει την πείνα και τις αρρώστιες, άρα ο κίνδυνος μιας νέας ανθρωπιστικής καταστροφής είναι υπαρκτός. Η επιβίωση των ανθρώπων εξαρτάται απόλυτα από την έξωθεν βοήθεια, τουλάχιστον μέχρι την επόμενη σοδειά. Κι αυτή όμως είναι αμφίβολη, αφενός γιατί δεν υπάρχουν ζώα εργασίας, γεωργικά εργαλεία, μεταφορικά μέσα, μηχανήματα, σπόροι κ.ά. (ο βουλγαρικός στρατός είχε σαρώσει τα πάντα στην αποχώρησή του) και αφετέρου γιατί η περιοχή έχει υποστεί μια τεράστια πληθυσμιακή αφαίμαξη, οι όμηροι δεν έχουν ακόμη επιστρέψει από τη Βουλγαρία και οι άνθρωποι είναι “ζωντανοί σκελετοί”.

Η κατάσταση αυτή αποτυπώνεται και στη δραματική έκκληση που απευθύνει στις αρχές Οκτωβρίου η “Επιτροπή Κυριών Καβάλας” (υπογράφουν οι Ε.Α., δυσανάγνωστο όνομα, Β. Σ. Σταύρου, Α. Μόσχου και Ρ. Ναμία): «Η Ανατολική Μακεδονία δεν περιλαμβάνει παρά λείψανα εκπνέοντα.[…] Σας ικετεύομεν να σπεύσετε εις ενίσχυσίν μας εν ονόματι του Χριστού προς διάσωσιν των τελευταίων λειψάνων και ικετεύομεν συνάμα τους πρεσβευτάς της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Αμερικής εν ονόματι της παγκοσμίου ανθρωπίνης αλληλεγγύης να ειδοποιήσουν τας Φιλανθρωπικάς εταιρείας εις τας πατρίδας των. Ζητούμεν πρωτίστως τροφάς, φορέματα και φάρμακα».

Η ελληνική κυβέρνηση επιδεικνύει σημαντική και αδιάλειπτη μέριμνα, όμως οι ανάγκες είναι τεράστιες. Έτσι ο Βενιζέλος απευθύνεται στις ξένες φιλανθρωπικές οργανώσεις και συγχρόνως ζητεί την κινητοποίηση όλων των ανθρωπιστών μέσων που διαθέτει ο ελληνισμός. Από την επαύριον κιόλας της απελευθέρωσης αναλαμβάνεται μία σταυροφορία από τον απανταχού ελληνισμό για τη “σωτηρία των αδελφών της Ανατολικής Μακεδονίας”.

Κεντρικό και συντονιστικό ρόλο στην όλη προσπάθεια έχει η Επιτροπή Περιθάλψεως Θυμάτων Ανατολικής Μακεδονίας, με πρόεδρο τον Εμμανουήλ Μπενάκη, προσωπικό φίλο του Ελ. Βενιζέλου και πρώην δήμαρχο Αθηναίων. Η Επιτροπή διαχειρίζεται τις εισφορές σε χρήματα και είδη πρώτης ανάγκης που συγκεντρώνονται από διάφορους συλλόγους της Ελλάδας και της ομογένειας (από το Λονδίνο μέχρι τη Στοκχόλμη και από την Αλεξάνδρεια μέχρι τη Νέα Υόρκη) και φροντίζει να διανέμει τα βοηθήματα στους πληθυσμούς της Ανατολικής Μακεδονίας. Συγχρόνως καλύπτει ποικίλες ανάγκες των Δήμων και των Νομαρχιών της, π.χ. σε υφάσματα, κλινοσκεπάσματα, τζάμια για τα σχολεία και τα φιλανθρωπικά καταστήματα κλπ. Όταν ξέσπασε η επιδημία του εξανθηματικού τύφου στην Καβάλα,η Επιτροπή απευθύνθηκε στο στρατηγό Παρασκευόπουλο, ώστε να διαθέσει στρατιωτικούς γιατρούς και νοσοκόμους για την οργάνωση των χώρων εξέτασης, απομόνωσης και απολύμανσης.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου συγκροτείται και η Επιτροπή Εράνων, με πρόεδρο τον αρχιεπίσκοπο (και επίτιμο τον βασιλέα) και μέλη τους διοικητές των τραπεζών, τους διευθυντές των μεγάλων εφημερίδων, το δήμαρχο Αθηναίων Πάτση, τους Μπενάκη, Αβέρωφ κ.ά. Η Επιτροπή απευθύνεται συνεχώς στα αισθήματα αλληλεγγύης και στον πατριωτισμό των Ελλήνων («να δείξωμεν την αγάπην και την στοργήν μας εις τα τυραννημένα μας αδέλφια») και για να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον για τους εράνους παραγγέλλει «την τοιχοκόλλησιν ωραίων παραστατικών εικόνων, τινές των οποίων ήρχισαν προβαλλόμεναι και εις τους κινηματογράφους». Τον Οκτώβριο Γάλλοι και Έλληνες αεροπόροι πετούν κάθε απόγευμα στον ουρανό της Αθήνας και ρίχνουν φέιγ βολάν με εκκλήσεις της Επιτροπής!

Από τους εράνους συγκεντρώνονταν μεγάλα ποσά, δεν επαρκούν όμως για να θεραπεύσουν όλες τις πληγές. Ο δήμαρχος της Καβάλας Ευγένιος Ιορδάνου και οι φορείς της πόλης θα συνεχίσουν για πολλούς μήνες να ζητούν την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών των κατοίκων. Λίγο μετά την πρωτοχρονιά του 1919 ο πρόεδρος της Επιτροπής των Συλλόγων και Σωματείων Καβάλας Ηλ. Οικονόμου δημοσιεύει σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης άρθρο με τίτλο «Πώς δύναται να συνέλθη η Καβάλλα. Τα ληπτέα μέτρα». Ανάμεσα σε πολλά άλλα ζητεί να αποστέλλονται τακτικά ρύζι, ζάχαρη, όσπρια, πετρέλαιο και φάρμακα, γιατί η πόλη τα στερείται, και να διατεθούν δεκάδες εκατομμύρια από τους εράνους της παλαιάς Ελλάδος για να αγοραστούν «άφθονα ενδύματα, υφάσματα, υποδήματα κλπ. διά τον εδώ γυμνόν κόσμον». Προτείνει επίσης την ανοικοδόμηση μιας εργατικής συνοικίας για τους φτωχούς ανθρώπους που είδαν τα σπίτια τους να κατεδαφίζονται από τους Βουλγάρους, στην παλιά χριστιανική συνοικία της Παναγίας και σε άλλες περιοχές της πόλης (βέβαια πολύ πιο επείγουσες ήταν οι ανάγκες στα δεκάδες ξεθεμελιωμένα χωριά του Παγγαίου). Αναφερόμενος στα δεινοπαθήματα της Καβάλας, θυμάται ότι ένα χρόνο πριν, το πρωί της Πρωτοχρονιάς του 1918, «αι οδοί της πόλεως ευρέθησαν κεκαλυμμέναι υπό πτωμάτων μικρών παίδων, ους εκάλυπτεν ως νεκρική σινδών χιών πεσούσα διά νυκτός».

Στην “αναβίωση” της Ανατολικής Μακεδονίας (όρος που χρησιμοποιείται από τις εφημερίδες της εποχής) σημαντική είναι η συμβολή του Ελληνικού και κυρίως του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού. Από το Νοέμβριο του 1918 μέχρι το Μάιο του 1919 οι Αμερικανοί στήνουν και λειτουργούν σταθμούς σίτισης και εργαστήρια παραγωγής ρούχων σε πόλεις και κωμοπόλεις (Καβάλα,Σέρρες, Δράμα, Πράβι, Ροδολείβος, Κορμίστα, Μουσθένη), με δίκτυα διανομής στα χωριά. Επίσης,σε συνεργασία με τους φορείς του ελληνικού κράτους και τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, εγκαθιστούν ιατρεία, ενισχύουν τα νοσοκομεία και τα ορφανοτροφεία και οργανώνουν την καραντίνα για την καταπολέμηση των επιδημιών. Ως ενδεικτικό της προσφοράς του ΑΕΣ αναφέρουμε ότι στην Καβάλα ο σταθμός σίτισης διένεμε καθημερινά ψωμί σε 6.500 – 10.000 ανθρώπους και ότι οι 45 ράπτριες του εργαστηρίου του παρέδιδαν κάθε εβδομάδα περισσότερα από 1.800 παιδικά ενδύματα!

Παρά την ύπαρξη πλούσιου αρχειακού υλικού (βλ. στη συνέχεια), η βουλγαρική κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας 1916-18 δεν έχει μελετηθεί επαρκώς και παραμένει μέχρι σήμερα ένα θέμα εν πολλοίς άγνωστο. Βέβαια πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ο πληθυσμός της περιοχής μας συγκροτείται στη μεγάλη του πλειονότητα από πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής και συνεπώς τα γεγονότα του 1916-18 δεν έχουν καταγραφεί στη συλλογική του μνήμη. Από την άλλη όμως οι δοκιμασίες του ελληνισμού της περιοχής μας δεν έχουν συγκεντρώσει το ενδιαφέρον της ιστορικής έρευνας, ούτε στο ακαδημαϊκό επίπεδο ούτε στο χώρο της δημόσιας ιστορίας (σε αντίθεση με τα γεγονότα του 1941-44). Έτσι έχουν καλυφθεί από την αχλή της λήθης και η μνήμη τους παραμένει ζωντανή μόνο στις κοινότητες των γηγενών της Ανατολικής Μακεδονίας, κυρίως ως στοιχείο περηφάνιας και ως ανάμνηση της οικογενειακής ιστορίας του καθενός. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο πολλοί σκύβουν στις παλιές τραγικές ιστορίες των παππούδων και αναρωτιούνται με τον τρόπο τουΜανώλη Αναγνωστάκη: “Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;”.

Από τη δεκαετία του 1960 οι σχέσεις μας με τους βόρειους γείτονες είναι υποδειγματικές σχέσεις καλής γειτονίας, όμως οι σκιές παραμένουν και πολλοί απαιτούν από την άλλη πλευρά μια “δίκαιη μνήμη” (με το περιεχόμενο που της έδωσε ο Paul Ricoeur) και κάποιες συγγνώμες, και συμβολικές και έμπρακτες (λ.χ. την επιστροφή των λεηλατημένων πολιτιστικών θησαυρών).

Η Κατοχή 1916-18 και οι μαρτυρίες

Τα δεινά του πληθυσμού της Ανατολικής Μακεδονίας στοιχειοθετούνται από χιλιάδες μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής, οι οποίες συγκεντρώθηκαν από τα τέλη Σεπτεμβρίου 1918 μέχρι τα μέσα του 1919. Για τη συλλογή μαρτυριών εργάστηκαν μεθοδικά οι εδώ ελληνικές αρχές, σύμφωνα με τις κυβερνητικές οδηγίες. Σημειωτέον ότι η εξεύρεση αξιόπιστων στοιχείων για τις ωμότητες των Βουλγάρων ήταν ζήτημα επείγουσας προτεραιότητας, αφού το Υπουργείο Εξωτερικών έπρεπε να οργανώσει την αντιβουλγαρική πολιτική του στο εξωτερικό. Το υλικό αυτό περιλαμβάνεται σε δεκάδες φακέλους του Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου των Εξωτερικών (ΔΙΑΥΕ).

Πληροφορίες για την κατοχή και για την πρώτη περίοδο μετά την απελευθέρωση περιέχουν επίσης τα δημοσιεύματα των Ελλήνων και ξένων παρατηρητών και δημοσιογράφων καθώς και οι εκθέσεις των ανδρών του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού (δημοσιευμένες είναι οι εξής: The American Red Cross – Commission to Greece (ARC-CG), Relief Work in Eastern Macedonia, Athens 1919 • ARC-CG, Relief Work among the villages of mount Pangaeon, by G.C. Barry, Athens 1919 • ARC-CG, The typhus epidemic in Eastern Macedonia, by S.J. Walker, Athens 1919 • ARC-CG, Final report. Departement of civilian relief. Exclusive of the districts of the Aegean Islands and Eastern Macedonia , by A. Winsor Weld, Athens 1919).Γραπτές μαρτυρίες, συχνά πολυσέλιδες, προέρχονται και από ευαίσθητους δημόσιους λειτουργούς ή πολίτες, που θέλησαν να κοινοποιήσουν την προσωπική τους ιστορία ή και τα μαρτύρια του τόπου τους.

Πιο ολοκληρωμένη και συστηματική εργασία έκαναν οι δύο επιτροπές που συγκροτήθηκαν για να ερευνήσουν την πολιτική και τις ωμότητες των Βουλγάρων. Η πρώτη, επιτροπή από καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών (Γ. Σωτηριάδης, Κ. Ζέγγελης, Θ. Πετμεζάς, Δ. Χόνδρος), παρέμεινε στην περιοχή για λίγες ημέρες και επισκέφτηκε μόνο μεγάλα κέντρα: την Καβάλα στις 14-16 Οκτ., τη Δράμα και το Δοξάτο στις 17-18 Οκτ. και τις Σέρρες στις 19-20 Οκτ. Με βάση τις δικές τους διαπιστώσεις, τις μαρτυρίες πολλών αξιόπιστων κατοίκων, τις αναφορές των αρχών και την επίσημη αλληλογραφία, συνέταξαν έκθεση, η οποία υποβλήθηκε στον πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 30 Οκτωβρίου και δημοσιεύτηκε μέσα στο 1918: Έκθεσις της Πανεπιστημιακής Επιτροπής περί των εν τη Ανατολική Μακεδονία διαπραχθεισών υπό των Βουλγάρων ωμοτήτων και καταστροφών, εκδ. Εστία, Αθήνα 1918, σσ. 81. Σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, μετά την υποβολή του πορίσματος στη σύγκλητο, μια επιτροπή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με καθηγητές διαφόρων σχολών, θα επισκεπτόταν ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για να εκθέσει τις βουλγαρικές θηριωδίες και να ζητήσει την επέμβασή τους υπέρ των ελληνικών δικαίων.

Η αποστολή διεθνούς εξεταστικής επιτροπής στην Ανατολική Μακεδονίας, βασικό αίτημα των κατοίκων (και των βουλευτών) της περιοχής, αποφασίστηκε από την κυβέρνηση Βενιζέλου στις αρχές του 1919. Η επιτροπή συγκροτήθηκε από αντιπροσώπους του Βελγίου, της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας, της Σερβίας και της Ελλάδας, εργάστηκε από τις 12 Φεβρουαρίου μέχρι τις 6 Απριλίου χωρίς διακοπή και υπέβαλε την αναφορά της στις 21 Απριλίου. Παρά τις μεγάλες δυσκολίες και τις αντιξοότητες (το θάνατο του προέδρου και ενός μέλους από εξανθηματικό τύφο στην Καβάλα, την κατάσταση του οδικού δικτύου, τις ελλείψεις σε γραμματείς, διερμηνείς και μεταφραστές, σε μέσα μεταφοράς, οδηγούς και καύσιμα κλπ.) η Διεθνής Επιτροπή κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Μακεδονίας (εκτός από δυσπρόσιτους μικρούς οικισμούς) και εξέτασε χιλιάδες μάρτυρες από όλες τις εθνικές και θρησκευτικές κοινότητες. Έκανε δεκτές μόνο τις μαρτυρίες που της φάνηκαν αξιόπιστες και βάσιμες και απέρριψε αυτές που περιείχαν σκόπιμα λάθη ή υπερβολές.

Η έκδοση Rapports et enquê tes de la Commission interallié e sur les violations du droit des gens commises en Macé doine orientale par les armé es bulgares, Nancy – Paris – Strasbourg 1919, περιλαμβάνει δύο μέρη: τη γενική έκθεση με τα συμπεράσματα της Επιτροπής και τη λεπτομερή εξέταση κάθε περιοχής, με τα αποδεικτικά στοιχεία και τις καταθέσεις. Το όλο έργο, 628 σελίδων, πρωτογενής πηγή ανεκτίμητης ιστορικής αξίας, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά και έχει εκδοθεί σε 3 τόμους από το Ιστορικό και Λογοτεχνικό Αρχείο Καβάλας, υπό την επιμέλεια του αείμνηστου Νικολάου Ρουδομέτωφ: Τετράδια Βουλγαρικής Κατοχής: Ανατολική Μακεδονία 1916 – 1918. Πρακτικά εξετάσεων μαρτύρων και πορίσματα της Διεθνούς Επιτροπής για την παραπομπή των εγκληματιών στο Διεθνές Δικαστήριο, μτφρ. Παν. Αμπεριάδη, 3 τόμοι, Καβάλα χ.χ.

Κατηγορία Ειδήσεις

Αξιότιμε, αλλά δυστυχώς ανιστόρητε, αρχηγέ της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης,

με λύπη, σάς ακούσαμε κατά την παρουσία σας στην Καβάλα να δηλώνετε στα τοπικά ΜΜΕ ότι η πόλη μας και η Ανατολική Μακεδονία γιορτάζουν «την απελευθέρωσή τους από τον τουρκικό ζυγό».

Με την παρούσα δημόσια επιστολή θέλω να σας επισημάνω ότι η Καβάλα στις 26 Ιουνίου 1913 απελευθερώθηκε από τους Βούλγαρους, χάρη στο Πολεμικό μας Ναυτικό. Αυτό γιορτάζουμε κάθε χρόνο στα Ελευθέριά μας, μαζί με τη μνήμη του πολιούχου μας.

Η ιστορική σας άγνοια για τα όσα διαδραματίστηκαν στην περιοχή μας στη διάρκεια των δύο Βαλκανικών Πολέμων και μετά τη λήξη τους, είναι ίσως μια εξήγηση και για την αντίστοιχη άγνοια που δείχνετε από το 2018 για τα όσα συνέβησαν στη Μακεδονία μας τα τελευταία 100 χρόνια.

Είναι η ίδια άγνοια που δείξατε για τις σχέσεις του ιδρυτή του κόμματός σας Κωνσταντίνου Καραμανλή με τον στρατάρχη Τίτο και τις διακρατικές συμφωνίες που υπέγραφε τότε η Ελλάδα με την «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας»

Φαντάζομαι δεν θέλετε να σας θυμίσω τι λένε για το λαό που αγνοεί την ιστορία του. Σε μια περίοδο που η χώρα μας δέχεται προκλήσεις εξ ανατολών, με παρερμηνείες ή αμφισβητήσεις άλλων γεγονότων, όπως η Συνθήκη της Λωζάνης, θα περιμέναμε από εσάς να είστε διαβασμένος πριν επισκεφθείτε μια τόσο ιστορική περιοχή.

Οι Καβαλιώτες που τιμούμε τα πάτρια εδάφη και τους προγόνους μας, θα περιμέναμε από έναν υποψήφιο πρωθυπουργό να έχει ενημερωθεί από τους συνεργάτες του, ΠΟΥ βρίσκεται και ΤΙ έχει προηγηθεί στον τόπο που επισκέπτεται.

Το γεγονός ότι το μισό σας ψηφοδέλτιο στο νομό Καβάλας αποτελείται από ανθρώπους που δεν είναι καν μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής μας, δεν αποτελεί δικαιολογία. Όφειλαν οι τοπικοί σας «άριστοι», που αυτοαποκαλούνται «διορισμένοι βουλευτές», να σας προετοιμάσουν. 

Ήρθατε στην Καβάλα του Αποστόλου Παύλου, του Αποστόλου Σίλα, της Λυδίας της Φιλιππησίας, που δίδαξαν Αγάπη και Αλληλεγγύη.

Ήρθατε στην Προσφυγούπολη Καβάλα, την πόλη που υποδέχθηκε και ενσωμάτωσε χιλιάδες πρόσφυγες από τις χαμένες πατρίδες, οι οποίοι διαμόρφωσαν την ταυτότητά της κατά τον αιώνα που ακολούθησε.

Ήρθατε στην Καβάλα των Καπνεργατών, την Καβάλα των αγώνων για τα δικαιώματα στην εργασία, τον τόπο που διεκδίκησε και πέτυχε την κατάργηση του 12ωρου εργασίας, την αύξηση των μισθών πείνας, την γυναικεία εργασιακή ισότητα.

Ήρθατε στην Καβάλα, μία ημέρα μετά την παρουσία στην κεντρική πλατεία της πόλης, του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, του μοναδικού πολιτικού αρχηγού που τόλμησε -και το 2015 και το 2019- να πραγματοποιήσει ανοιχτή προεκλογική ομιλία. Γιατί ένας πρωθυπουργός δεν έχει να κρύψει τίποτα.  

Ήρθατε στην Καβάλα βαδίζοντας την πεπατημένη του προκατόχου σας Αντώνη Σαμαρά, που αντί να μιλήσει ανοιχτά στον κόσμο, περιοριζόταν σε υποκριτικά και μεγάλα «σταυροκοπήματα» στις εκκλησίες. Αποφύγατε να παρουσιάσετε στους Καβαλιώτες το πρόγραμμά σας, όπως ακριβώς αποφεύγετε και το debate.

Κάθε μέρα που περνά, κρύβεστε όλο και πιο πολύ, πίσω από αμήχανα χαμόγελα και γενικότητες. Τώρα κρυφτήκατε και πίσω από ξύλινα λόγια για την συλλογική μνήμη μιας πόλης, τα οποία έβριθαν από ιστορική αμάθεια.

Οι Καβαλιώτες έχουν μνήμη. Και ιστορική και πολιτική.

Μετά τιμής

Ελευθεριάδου Σουλτάνα (Τάνια)

Υποψήφια Βουλευτής Ν.Καβάλας – ΣΥΡΙΖΑ

Κατηγορία Editorial

Στις 7 Οκτωβρίου 2018 πραγματοποιήθηκε στους Φιλίππους Καβάλας εκδήλωση προς τιμήν των θυμάτων της σφαγής  της 4ης Οκτωβρίου  του 1941,  κατά την διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής.

Μετά την Θεία Λειτουργία που τελέστηκε στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου, παρέλασαν  οι μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Φιλίππων,  τα μέλη του Πολιτιστικού Συλλόγου Φιλίππων και του Ποντιακού Πολιτιστικού Συλλόγου Κρυονερίου «Ο Ακρίτας».

Στο Ηρώων μετά την επιμνημόσυνη δέηση, την «Προσευχή» και το Προσκλητήριο Νεκρών έγινε κατάθεση στεφάνων από τον Βουλευτή Καβάλας κ.  Εμμανουηλίδη Δημήτριο, τον Αντιπεριφερειάρχη Καβάλας   κ.Μαρκόπουλο Θεόδωρο, την Αντιδήμαρχο  Πρωτογενούς Τομέα και Κοινοτήτων Καβάλας  κ.Μπαλτζίδου Βαρβάρα, τον Υπαστυνόμο Α’ Διοικητή του Α.Σ. Κρηνίδων  κ.Σταυρόπουλο Κωνσταντίνο, τον πρόεδρο τοπικού συμβουλίου Φιλίππων  κ. Παπατζάνη Γεώργιο, τον  συγγενή  θύματος  της σφαγής  κ. Παπαδήμα Γεώργιο, τους  μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Φιλίππων, τον  Πολιτιστικό Σύλλογο  Φιλίππων, τον Ποντιακό Πολιτιστικό Σύλλογο «Ο Ακρίτας»,  την Πολιτιστική Στέγη Κρηνίδων.  

Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν επίσης  οι  Βουλευτές Καβάλας κ.Μορφίδης Κωνσταντίνος, κ.Παπαφιλίππου Γεώργιος, κ.Παναγιωτόπουλος Νικόλαος,  ο Αντιπεριφερειάρχης Τουρισμού Καβάλας   κ.Αντωνιάδης Κωνσταντίνος, ο Ταξίαρχος - Υποδιοικητής της 20ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων  κ. Χατζησαββίδης Ιωάννης, ο πρώην  Υπουργός Μακεδονίας – Θράκης   κ.Καλαντζής Γεώργιος, ο Αντιδήμαρχος Ποιότητας Ζωής   κ.Αναστάσιος Τσουρουκίδης, ο πρώην Βουλευτής Καβάλας   κ. Ιωάννης Πασχαλίδης, ο πρώην  Αντιπεριφερειάρχης   Τουρισμού κ. Παπακοσμάς Κωνσταντίνος ,  ο επικεφαλής της παράταξης "Ο Τόπος της Ζωής μας" κ. Μάκης Παπαδόπουλος καθώς και πολλοί  δημοτικοί και τοπικοί σύμβουλοι της περιοχής. Για το χρονικό της σφαγής μίλησε η Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Φιλίππων κ. Σογαντζή Βασιλική.

Ακολούθησαν αποκαλυπτήρια επιγραφής πεσόντα Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα έξοδα για την κατασκευή και τοποθέτηση της επιγραφής, την επισκευή μαρμάρων του μνημείου  ανέλαβε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Φιλίππων, με συμμετοχή του συγγενή των θυμάτων της  σφαγής, του κ. Γεώργιου Παπαδήμα.  Ο πεσόντας  Γαρύφαλλος Μπίλιας, στρατιώτης Δ’ Συντάγματος ΠΕΔ, γεννήθηκε το 1915 στην Ανατολική Θράκη και ήρθε πρόσφυγας  με τους γονείς του στις Κορυφές. Έπειτα εγκαταστάθηκαν στους Φιλίππους. Βρέθηκε στα Οχυρά της γραμμής Μεταξά σαν επίστρατος όπου και σκοτώθηκε στην θέση Μαλιάγκα Νευροκοπίου στις 8 Απριλίου το 1941, κατά την εισβολή των Γερμανών.

Μετά την λήξη της τελετής πραγματοποιήθηκε με επιτυχία έκθεση φωτογραφίας με θέμα «Στρατιωτική Θητεία Φιλιππισίων» και έκθεση παιδικής ζωγραφιάς με θέμα «Πόλεμος και Ειρήνη». Ακολούθησε δεξίωση στον ίδιο χώρο.  

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Φιλίππων ευχαριστεί όλους τους επίσημους προσκεκλημένους, τους κατοίκους του χωριού, τους Πολωνούς επισκέπτες και  τους Πολιτιστικούς συλλόγους που τίμησαν την εκδήλωση με την παρουσία τους,  τον Δήμο Καβάλας για την συμμετοχή του στην πραγματοποίηση του μπουφέ, την Φιλαρμονική Ορχήστρα Κρηνίδων και τον Αρχιμουσικό της Σαββίδη Αναστάσιο που απέδωσαν τιμές στην εκδήλωση, καθώς και τα μέλη του συλλόγου που βοήθησαν στην επιτυχή  πραγματοποίηση των παράλληλων εκδηλώσεων.

Κατηγορία Εκδηλώσεις

Αναδημοσίευση άρθρου του γνωστού Καβαλιώτη ιστορικού Κυριάκου Λυκουρίνου (δείτε το αρχικό κείμενο πατώντας εδώ)

Η απελευθέρωση – 26 Ιουνίου 1913
Ημέρα ορόσημο για την τοπική μας ιστορία η Τετάρτη 26 Ιουνίου 1913. Τα γεγονότα είναι γνωστά και αρκεί μια συνοπτική υπόμνησή τους. Ενώ ο ελληνικός στρατός βάδιζε προς την κατεχόμενη από τους Βουλγάρους Ανατολική Μακεδονία, στις 22 Ιουνίου καταπλέουν στη Θάσο ελληνικά πολεμικά, με ναυαρχίδα τον “Αβέρωφ”, και τη μεθεπόμενη φθάνουν από τη Θεσσαλονίκη κενά μεταγωγικά πλοία. 
Σύμφωνα με το σχέδιο «εικονικής αποβάσεως», τα πλοία περιφέρονται στον κόλπο της Καβάλας, προσεγγίζουν τις ακτές και περνούν συνεχώς έξω από το λιμάνι της, ανταλλάσσουν σήματα με τον υπόλοιπο στόλο και εξερευνούν με τους προβολείς την παραλία, δίνοντας την εντύπωση ότι αναζητούν σημείο απόβασης. Συγχρόνως το θωρηκτό «Ύδρα» αγκυροβολεί ανατολικά της Καβάλας, προς τις εκβολές του Νέστου, ενώ τα αντιτορπιλικά «Λόγχη» και «Λέων» επιχειρούν αναγνώριση προς το μέρος των Ελευθερών και με τις οβίδες τους διαλύουν την εκεί βουλγαρική πυροβολαρχία.
Οι παραπλανητικές κινήσεις των ελληνικών πλοίων πείθουν τους Βουλγάρους ότι είχαν φθάσει στρατιωτικές ενισχύσεις και ότι επίκειται απόβαση ισχυρών δυνάμεων μεταξύ Καβάλας και Κεραμωτής. Πανικόβλητοι σπεύδουν το απόγευμα της 25ης Ιουνίου να αποσύρουν το στρατό τους, κάπου 2.000 άνδρες που είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους και είχαν συγκεντρωθεί στην πόλη. Αφήνουν μια μικρή οπισθοφυλακή, τοποθετούν εκρηκτικά σε ορισμένα κτήρια και υπογράφουν πρωτόκολλο με το οποίο παραδίδουν «προσωρινά» την πόλη στους εδώ προξένους των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Το βράδι της ίδιας μέρας Καβαλιώτες νέοι σπεύδουν με βάρκα στη Θάσο και ενημερώνουν το ναύαρχο Κουντουριώτη για τις εξελίξεις.
Το πρωί της 26ης Ιουνίου ο πλωτάρχης Κριεζής, κυβερνήτης του αντιτορπιλικού “Δόξα”, λαμβάνει διαταγή να πλεύσει στην Καβάλα. Κινείται με ασφάλεια από τα παράλια της Κεραμωτής για να αποφύγει τις ποντισμένες  βουλγαρικές νάρκες και κατά το μεσημέρι προσορμίζεται στο λιμάνι της πόλης, όπου το πλήθος τον υποδέχεται με εκδηλώσεις ξέφρενου ενθουσιασμού. Συγκροτούνται περίπολοι από ντόπιους νέους και εξουδετερώνονται οι μικρές βουλγαρικές ομάδες στην πόλη και τα γύρω υψώματα. Τις επόμενες ώρες αγκυροβολούν έξω από το λιμάνι και τα αντιτορπιλικά “Πάνθηρ” και “Ιέραξ”. Παρότι ο πλωτάρχης δεν προέβη στην επίσημη κατάληψη της πόλης, ο ναύαρχος Κουντουριώτης είχε συντάξει τη διακήρυξή του προς το λαό της Καβάλας: «Προς τους κατοίκους της Καβάλλας. Διακηρύσσομεν και διατάσσομεν. Η Καβάλα μεθ’ όλων των πέριξ, μετά του λιμένος και των ακτών αυτής, κατελήφθη υφ’ ημών και διατελεί από τούδε εις την κατοχήν μας. […] Εν όρμω της Καβάλλας και από τον Γ. Αβέρωφ τη 26η Ιουνίου 1913». Η πόλη ήταν ήδη ελληνική! 
 
Apeleftherosi Kavalas 1

Η τυπική κατάληψη αναφέρεται στο ημερολόγιο του “Αβέρωφ”: «Πέμπτη 27 Ιουνίου 1913. Κατάληψις της Καβάλλας. Την 9ην ώραν της πρωίας αποβιβάζεται εκ των ανιχνευτικών μας “Ιέραξ” και “Πάνθηρ” μικρό άγημα και επαίρεται επισήμως εις Καβάλλαν η ελληνική σημαία». Ο πλωτάρχης Κριεζής οδηγείται με το μικρό άγημά του στο Διοικητήριο (στα παλιά Δικαστήρια), στον εξώστη του οποίου υψώνεται η γαλανόλευκη. Διαβάζει το διάγγελμα και με εντολή του ναυάρχου Κουντουριώτη αναλαμβάνει την πολιτική και στρατιωτική διοίκηση. Ο τηλέγραφος μεταδίδει στο Πανελλήνιο το χαρμόσυνο μήνυμα: «Καβάλλα κατελήφθη εν ονόματι Βασιλέως. Εν λιμένι ορμούσι “Πάνθηρ”, “Ιέραξ” και “Δόξα”. Λαός πανηγυρίζει».

Την ίδια ημέρα αποβιβάζεται στην Καβάλα και ο ναύαρχος Κουντουριώτης με το επιτελείο του. Πηγαίνει στο Διοικητήριο και έπειτα στην εκκλησία, όπου ψάλλεται δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης. Το ίδιο απόγευμα στέλνει το ιστορικό τηλεγράφημα: «Εξ Αβέρωφ τη 27 Ιουνίου, ώρα 5:30 μμ. Σήμερον επισήμως προεκηρύχθη η κατάληψις της Καβάλας. Διωρίσθη διοικητής ο πλωτάρχης κ. Κριεζής όστις εγκατέστησεν αρχάς. Εκκαθαρίσαμεν τα περίχωρα από τους κομιτατζήδες και ικανούς Βουλγάρους στρατιώτας αδεσπότους. Ο ενθουσιασμός είναι μέγιστος. Οι Τούρκοι συμμετέχουσι πλήρως αυτού. Κουντουριώτης». 

Στις 2 Ιουλίου νέος παλλαϊκός ξεσηκωμός για την υποδοχή του ελληνικού στρατού. Το τμήμα της 7ηςΜεραρχίας, που εισέρχεται στην πόλη από την ομώνυμη σήμερα οδό, εδραιώνει την ελληνική κυριαρχία. Στις 30 Ιουλίου η Καβάλα ντύνεται και πάλι στα γιορτινά για να τιμήσει το βασιλιά Κωνσταντίνο, που επισκέπτεται επίσημα την ελεύθερη ελληνική πόλη.

Τα παλικάρια της Καβάλας στον “Αβέρωφ”

Από το απόγευμα της 25ης Ιουνίου οι Καβαλιώτες παρακολουθούν τις σπασμωδικές κινήσεις των Βουλγάρων και τις προετοιμασίες της αποχώρησής τους. Νιώθουν ότι πλησιάζει η ώρα της απελευθέρωσής τους και φοβούνται την εκδικητική μανία των νικημένων. Όλων τα βλέμματα στρέφονται προς τη θάλασσα, ανοιχτά στη Θάσο, εκεί που βρίσκονται τα πλοία του ελληνικού στόλου. Όμως οι άνδρες τους δε γνωρίζουν τις εξελίξεις και τα πλοία παραμένουν αγκυροβολημένα. Έτσι την ώρα που οι κάτοικοι της πόλης κλείνονται έντρομοι στα σπίτια τους και στην πόλη απλώνεται νεκρική σιγή, κάποιοι Καβαλιώτες νέοι αποφασίζουν να πλεύσουν στη Θάσο και να ενημερώσουν το ναύαρχο Κουντουριώτη.

Patris113

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, εκείνο το βράδι της 25ης Ιουνίου, ξεκίνησαν, χωρίς καμία προηγούμενη συνεννόηση και από διαφορετικά σημεία της Καβάλας, τρεις βάρκες. Μία, με τους Ζ. Κομπολίτη, Κ. Κανελλόπουλο και δυο ή τρεις άλλους νέους, έφτασε πρώτη στο λιμένα της Θάσου και παρέμεινε εκεί μέχρι να ξημερώσει. Η δεύτερη, με πέντε ή έξι νέους (βλ. παρακάτω), πήγε τα ξημερώματα απευθείας στον “Αβέρωφ” και στη συνέχεια το πλήρωμά της επιβιβάστηκε στη “Δόξα” και επέστρεψε στην Καβάλα με την αίγλη του απελευθερωτή. Η τρίτη, με τους Γ. Γαρυφάλλου, Γ. Ζαφειρίου, έναν Τούρκο και άλλους, κατευθύνθηκε στη “Δόξα”, μεταξύ Θάσου και Θασοπούλας, στην οποία ανέβηκε ένας από το πλήρωμα.

Οι νέοι της δεύτερης βάρκας (Γεώργιος Χατζηαποστόλου ήΜπεσλεμές από τη Λήμνο, Δημήτριος Ανδρής από τη Μυτιλήνη,Πέτρος ΒλάχοςΔημήτριος Χαρισιάδης και Σταμάτιος Γαλανός) ίσως και ένας ακόμη, εκτελούσαν συγκεκριμένη αποστολή: Έπρεπε να παραδώσουν στο ναύαρχο Κουντουριώτη έγγραφα των «προυχόντων» της Καβάλας, με τα οποία τον ενημέρωναν για την αποχώρηση των βουλγαρικών στρατευμάτων και τον καλούσαν να καταλάβει την πόλη. Το γεγονός, και όσα ακολούθησαν, μαρτυρεί ένας από τους πρωταγωνιστές, ο Σταμάτιος Γαλανός από την Αγία Παρασκευή Κρήνης (Τσεσμέ) της Μικράς Ασίας, που είχε έλθει στην Καβάλα το 1907, σε ηλικία 13 ετών, και εργαζόταν ως ναυτικός. Από την εκτενή αυτή μαρτυρία* παραθέτουμε αποσπάσματα:

«Στις 25 Ιουνίου 1913 μας φώναξαν οι “προύχοντες” σαν να πούμε Έλληνες της Καβάλας, ο Γρηγ. Γρηγοριάδης, ο Ιωάν. Κυριαζής, ο Γεώργιος Φέσσας, ο Πρωτόπαπας, ο Δημήτριος Μπακιρτζής και άλλοι δύο μου φαίνεται ακόμη που δεν θυμούμαι τα ονόματά τους. […] Και ειδοποίησαν εμάς, γιατί και επί Τουρκοκρατίας εμείς, όταν ήταν πρόξενος ο Μαυρομάτης*, μας φώναζαν και εξεφορτώναμε όπλα από καΐκι που τα ’φερνε και τα περνάγαμε από το σαπωνοποιείο Βουλαλά και τα πηγαίναμε στο Προξενείο. […]  

Η βάρκα ήτανε τραβηγμένη στην ξηρά στο καφενείο “Καλλιθέα”* και όπως τη ρίξαμε αμέσως βούλιαξε, γιατί ήτανε αρμολογημένη (τσιριασμένη) από τον ήλιο. Χάσαμε τότε τα πασχάλια μας. Εγώ έτρεξα τότε στου Κώστα το χαγιάτι (το Κιουτσούκ Ορμάν ήτανε τότε καπνοχώραφα) και πήρα έναν άδειο τενεκέ για να την ξεβουλιάξομε. […] Μας πήραν μυρουδιά οι Βούλγαροι στρατιώτες, που ήταν στο ορειβατικό πυροβολικό, εκεί που είναι σήμερον το εξοχικόν κέντρον “Βράχος”* και μας άρχισαν στο τουφεκίδι. Ευτυχώς δεν έπαθε κανείς μας τίποτε, εφύγαμε όμως τροχάδην από κει και γυρίσαμε στο σπίτι του Μπακιρτζή […].

Έτσι κάναμε την απόφαση να ξαναδοκιμάσομε. Περάσαμε τότε από το κάτω μέρος του σημερινού Φαλήρου […] βρήκαμε τη βάρκα εντελώς βουλιαγμένη. Εν τω μεταξύ είχε αρχίσει να σουρουπώνει […]. 

Οι Βούλγαροι που μας είχαν πυροβολήσει την πρώτη φορά, δεν μας πήραν τώρα χαμπάρι. Μας μυρίστηκαν όμως οι Βούλγαροι που ήτανε εκεί που είναι ο σημερινός φάρος και αυτοί είχαν προβολέα και τον ρίξανε πάνω μας και μας παρακολουθούσαν επί μίαν ώρα. Εμείς το χαβά μας, τραβούσαμε κουπί μ’ όλη μας την ψυχή και προχωρούσαμε. Νερό όμως δεν είχαμε και βρέχαμε τη γλώσσα μας με θάλασσα για να λιγοστέψουμε τη δίψα μας. Τέλος όλη τη νύχτα βασανιζόμαστε να φθάσουμε στη Θάσο με το κουπί, γιατί είχε κρεμάσει τραμουντάνα (βοριά) και μας δυσκόλευε πολύ. Αλλά δύο ώρες προτού φέξει στις 26 Ιουνίου, με το παλιό ημερολόγιο, φθάσαμε στη Θάσο, στο Λιμένα και μόλις διακρίναμε τη μοίρα του στόλου κοιτάξαμε πού ήτανε το μεγαλύτερο καράβι και λέγαμε με το νου μας “αυτό είναι ο Αβέρωφ”. […]

Όταν πλησιάσαμε μας σταμάτησε ο σκοπός. Μας φώναξε “Λέμβος τις ει;”. Εμείς αμέσως απαντήσαμε “είμαστε από την Καβάλα και φέρνομε έγγραφα”. Καλά, περιμένετε να ξημερώσει, μας απήντησε ο σκοπός. Εσταματήσαμε και περιμέναμε, μέχρι τις 8 το πρωί, ως ότου ξυπνήσει ο Ναύαρχος Κουντουριώτης, οπότε και επέτρεψαν μόνο σε τρεις από εμάς να βγουν στο καράβι, δηλ. σ’ εμένα, στον Μπεσλεμέ και στον Χαρισιάδη. Άμα βγήκαμε πάνω, μας παρουσίασαν ενώπιον του Ναυάρχου Κουντουριώτη και τον είπαμε από πού ερχόμεθα, ποιοι μας έστειλαν και του δώσαμε και τα έγγραφα που μας είχε δώσει η επιτροπή. Τα διάβασε και κατόπιν μας ερώτησε. Τι θέλετε; - Θέλομε κύριε Ναύαρχε να πάμε να ελευθερώσομε την πόλη της Καβάλας, γιατί οι Βούλγαροι ετοιμάζονται να την κάψουνε. Κατόπιν άρχισε να μας κάνει διάφορες ερωτήσεις και συγκεκριμένως θυμάμαι ότι ρώτησε αν έχει βουλγαρικό στρατό στην Καβάλα, αν έχει πυροβολεία και κανόνια και του είπαμε όχι, δεν έχει τίποτε κύριε Ναύαρχε. Κατόπιν μας ρωτά για τη θάλασσα και μας είπε: Έχουμε πληροφορίες ότι οι Βούλγαροι έχουνε ποντίσει νάρκες σε πολλά μέρη. Όχι απαντήσαμε, σε πολλά μέρη δεν έχει, εκεί που είναι ριγμένες νάρκες τις ξέρουμε εμείς. Μας είπε καλά, άρχισε ύστερα με τον ασύρματο να συνεννοείται αλλά δεν ξέρω με ποιον.

Kavala1913

Κατόπιν, ύστερα από μιάμιση ώρα μας είπε, άμα σταμάτησε ο ασύρματος: Πηγαίνετε απάνω στη “Δόξα”. Εν τω μεταξύ ήλθε από την Καβάλα και μια άλλη δεύτερη βάρκα. Σ’ αυτήν ήτανε μέσα τουλάχιστον τέσσερις άνθρωποι αν θυμάμαι καλώς. Ένας ο γαμπρός μου Γεώργιος Γαρυφάλλου […] δεύτερος ένας Τούρκος ψαράς, που δεν θυμούμαι τ’ όνομά του, αλλά αυτός ο ίδιος, με τα ίδια του τα χέρια είχε πετάξει τις βουλγαρικές νάρκες και ήξερε επακριβώς πού βρισκόντανε αυτές οι νάρκες. Απ’ αυτήν τη δεύτερη βάρκα πήραμε πάνω στη “Δόξα” μόνο τον Τούρκο.

Εμείς από τον “Αβέρωφ” στη “Δόξα” πήγαμε με τη δική μας βάρκα. Άμα βγήκαμε στη “Δόξα”, δέσαμε πίσω κατόπιν διαταγής του καπετάνιου τη βάρκα μας και αμέσως κινήσαμε για Καβάλα. Μόλις πλησιάσαμε στον τόπο που ήτανε οι νάρκες, μας κάλεσε ο κυβερνήτης της “Δόξης” να είμαστε κοντά του για να τον καθοδηγούμε πού είναι οι νάρκες. Είπαμε στον κυβερνήτη πού είναι οι νάρκες και έστριψε δεξιά προς την ξηρά, μάλιστα καθίσαμε τρεις τέσσερις φορές πάνω στην άμμο, γιατί ήτανε ρηχά, και μόλις καταλάβαμε ότι περάσαμε τις νάρκες του δώσαμε ολοταχώς για την Καβάλα, όπου και εφθάσαμε το μεσημέρι πάνω κάτω. Όταν εφθάσαμε κάτω από τα μπεντένια, το καράβι άρχισε τη σφυρίχτρα τη στρίγγλα. Μόλις ακούσανε τη σφυρίχτρα όλος ο κόσμος της Καβάλας έτρεχε στην παραλία. Εμείς κατεβήκαμε από τη “Δόξα” στη βάρκα τη δική μας, τη λύσαμε, μπήκαμε μέσα και βγήκαμε έξω. Ο κόσμος μας αγκάλιαζε και μας σήκωνε στα χέρια, γνωστοί και άγνωστοι. Έγινε το Ανάστα ο Θεός, θαρρώ πως ήτανε σαν χθες. Εμείς φωνάζαμε: Άστε βρε παιδιά, αλλά πού εκείνοι. Ύστερα εμείς η παρέα πήγαμε στου Γρηγοριάδη, του ’παμε: Αφεντικό είσαι ευχαριστημένος; Έπεσε πάνω μας, μας αγκάλιαζε, μας φιλούσε και έβγαλε και μας έδωσε 10 λίρες χρυσές τούρκικες για να πάμε να γλεντήσομε. Πράγματι πήραμε τις λίρες και πήγαμε στο στέκι μας, στου Κωστή του Βουλαλά που είχε είδος ζυθεστιατορίου και φάγαμε και ήπιαμε και γλεντούσαμε. Καμιά βδομάδα βάσταξε το γλέντι».

=-=-=-=-=-=-=

* Τη μαρτυρία του Στ. Γαλανού κατέγραψε το 1952 ο δήμαρχος Καβάλας Εμμ. Μελισσάκις για την «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών», η οποία συγκέντρωνε τότε στοιχεία για τους εθνικούς αγώνες της Μακεδονίας ▪ Ως Μαυρομάτης είχε έρθει το 1906 στην Καβάλα ο Στυλιανός Μαυρομιχάλης, νεαρός σημαιοφόρος του Πολεμικού Ναυτικού, για να αναλάβει θέση γραμματέα στο Ελληνικό Υποπροξενείο. Η μυστική αποστολή του ήταν να οργανώσει το «Εθνικό Κέντρο Καβάλας» και να διευθύνει το Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή. Το 1913 υπηρετούσε στο θωρηκτό Αβέρωφ και πήρε μέρος στην απελευθέρωση της Καβάλας (σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρίες, του ανατέθηκε η επίσημη κατάληψη της πόλης, εις ένδειξη ευγνωμοσύνης)! ▪ Το κέντρο «Καλλιθέα» βρισκόταν στη Ραψάνη και το κέντρο «Βράχος» στη σημερινή οδό Τενέδου (πριν το πάρκο), όπου και σώζεται ακόμη το αναφερόμενο πυροβολείο.

Κατηγορία Κοινωνία

Σε λίγες ημέρες συμπληρώνονται 76 χρόνια από την ημέρα που οι Βούλγαροι κατακτητές εκτέλεσαν 25 κατοίκους του οικισμού των Φιλίππων, στο πλαίσιο του σχεδίου τους για την επιβολή της εξουσίας τους σε μια περιοχή που διεκδικούσαν για πολλά χρόνια. Η σφαγή ξεκίνησε στις 4 Οκτωβρίου του 1941, ολοκληρώθηκε στις 6 Οκτωβρίου και άφησε -όπως ήταν φυσικό- ανεξίτηλα σημάδια στην μνήμη των κατοίκων των Φιλίππων.

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος ο Πολιτιστικός σύλλογος Φιλίππων διοργανώνει εκδηλώσεις μνήμης για την 76η επέτειο από την ομαδική αυτή εκτέλεση. Οι εκδηλώσεις περιλαμβάνουν μια έκθεση φωτογραφίας με τίτλο "Μνήμες από την μαθητική ζωή στους Φιλίππους" καθώς και κατάθεση στεφάνων στο μνημείο που έχει στηθεί στο κέντρο του οικισμού (στις 10 το πρωί της Κυριακής 1 Οκτωβρίου)

Το χρονικό της σφαγής 

Καλοκαίρι του 1941. Οι Βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής ξεκίνησαν από τα μεγάλα χωριά της Δράμας ένα πρόγραμμα τρομοκράτησης των κατοίκων με στόχο την οριστική επιβολή της κατοχικής εξουσίας, την υποταγή και πιθανόν τον εκβουλγαρισμό του πληθυσμού. Τέλος Σεπτεμβρίου κυκλοφόρησε η φήμη ότι ήρθε η σειρά της Καβάλας. Οι Φίλιπποι, εκείνη τη εποχή, ήταν το κεφαλοχώρι της περιοχής και έτσι ο φόβος άρχισε να κυριεύει τους κατοίκους του. Πολλοί εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και κρύφτηκαν στους γύρω λόφους.

3η Οκτωβρίου 1941. Φεύγει από το χωριό ο βούλγαρος πρόεδρος Μπόρις Στόεφ πληροφορώντας τους κατοίκους ότι πρόκειται να γίνει επιδρομή ανταρτών στο αεροδρόμιο του Αμυγδαλεώνα και έτσι το χωριό κινδυνεύει να γίνει πεδίο μάχης. Διαβεβαίωσε όμως ότι ο βουλγάρικος στρατός θα κάνει ότι είναι δυνατόν να προστατεύσει το χωριό. Η υπόθεση ήταν προφανώς κατασκευασμένη από τη δύναμη κατοχής αφενός γιατί δεν υπήρχαν βέβαιες πληροφορίες για δράση οργανωμένου αντάρτικου στην περιοχή, αφετέρου δε  επειδή η μορφολογία του εδάφους δεν δικαιολογούσε τέτοια ενέργεια. Τη διοίκηση του χωριού ανέλαβε ο αστυνόμος Ιβάν Στογιάνοφ με πρωτοπαλίκαρο τον χωροφύλακα Γκιόσο, που με φρίκη τους θυμόντουσαν για πολλά χρόνια στο χωριό. Το απόγευμα της ίδιας μέρας άρχισε από το αεροδρόμιο ο κανονιοβολισμός της περιοχής γύρω από το χωριό και κράτησε για μια περίπου ωραία. Η σκηνοθεσία για δήθεν απόκρουση της επίθεσης άρχισε. Στη διάρκεια της νύχτας όσοι κάτοικοι του χωριού μπόρεσαν, έφυγαν στα γύρω βουνά,  πολλοί κρύφτηκαν στα πηγάδια του καπνού ή όπου αλλού νόμισαν ότι είναι ασφαλείς. Ήταν όμως και αρκετοί που δεν πίστευαν ότι θα συμβεί κάτι κακό και πως όλα τελείωσαν με τους κανονιοβολισμούς.

4η Οκτωβρίου 1941. Πριν ξημερώσει ακούστηκαν πυκνοί πυροβολισμοί στο χώρο του ιατρείου όπου στεγάζονταν ο Βουλγαρικός αστυνομικός σταθμός. Αυτοί που έμειναν κοντά στον σταθμό είδαν τους Βούλγαρους χωροφύλακες να πυροβολούν και να σπάζουν τα τζάμια του σταθμού ή να τρέχουν άσκοπα γύρω από το κτίριο και να πυροβολούν στον αέρα. Το πρωί βρήκε το χωριό σε ησυχία, δε φάνηκε να δίνεται συνέχεια στα γεγονότα της νύχτας. Μερικοί άρχισαν να πηγαίνουν στις δουλειές τους. Στις 9 άρχισε και πάλι ο κανονιοβολισμός της περιοχής από το αεροδρόμιο που κράτησε για μισή περίπου ώρα. Κατόπιν δύο ομάδες ιππικού, η μία από τις πλαγιές του Προφήτη Ηλία και η άλλη από τον κεντρικό δρόμο πλησιάζουν το χωριό με πρόφαση την επιβολή της τάξης. Πρώτα θύματα ο Ηλίας Χατζηχαραλάμπους 18 ετών και ο Γιάννης Αρτοποιάδης 18 ετών που συλλαμβάνονται από τους στρατιώτες και μόλις τους παραδίδουν στον Στογιάνωφ τους εκτελεί. Την ίδια περίπου ώρα στον συνοικισμό του Σαρρή Καγιά σκοτώνουν στην αυλή του σπιτιού του τον ανάπηρο Χρήστο Γεωργιάδη 48 ετών. Οι Βούλγαροι έφιπποι φεύγουν για λίγο προς τα υψώματα του Βουνοχωρίου δήθεν για να κυνηγήσουν αντάρτες. Μέσα στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία βρίσκουν κρυμμένους και εκτελούν δύο βοσκούς , τον Γιάννη Βδέλλα 54 ετών και τον Στράτο Καυκαλίδη 64 ετών. Την ίδια ώρα στο χωριό ο Στογιάνοφ με τους χωροφύλακες του ξεκινά ένα ανεπανάληπτο όργιο. Φόνοι, λεηλασίες, αρπαγές, εμπρησμοί και βιασμοί. 

Ξεκινούν από το σπίτι του Κώστα Πούλια που, αφού φόρτωσαν όλα τα υπάρχοντα σε κάρα, το παραδίδουν στις φλόγες. Η προσπάθειά τους να εντοπίσουν την οικογένεια ήταν μάταιη. Στη συνέχεια εκτελούν τον Θεμιστοκλή Μωραϊτίδη 69 ετών, την γυναίκα του Πολυξένη 52 ετών, λεηλατούν το σπίτι τους και το παραδίδουν στις φλόγες. Ακολουθεί ο βιασμός σε ένα στάβλο της Αλίκης Τσιμπερή 17 ετών και της Ξανθίππης Κλίκη 17 ετών επίσης. Στον ίδιο στάβλο οδηγούν και την υπόλοιπη οικογένεια Τσιμπερή, την Θωμαή 52 ετών, τον Κοσμά 35 ετών, τον Παναχάρη 28 ετών, την Πελαγία 22 ετών και την Κασσάνδρα 3 ετών καθώς και την Σουλτάνα Κλίκη 48 ετών και τους σκοτώνουν με χειροβομβίδες. Κατόπιν ήρθε η σειρά του συνοικισμού Πούρνατζικ. Στον δρόμο προς τον συνοικισμό συναντούν τον Γιώργο Παπαδήμα 50 ετών και τον εκτελούν. Λεηλατούν το σπίτι του Βρασίδα Παναγιωτίδη αλλά δεν βρίσκουν την οικογένειά του. Την ώρα όμως που αποχωρούσαν από το πηγάδι του καπνού ακούστηκε το κλάμα ενός μωρού. Χωρίς να διστάσουν ανοίγουν το πηγάδι και εκτελούν επί τόπου τη Φλωρεντία 42 ετών, τις κόρες της Ζωή 16 ετών και Βασιλική Μπακαλοπούλου 21 ετών μαζί με το 9 μηνών αβάπτιστο μωρό της. Ο Βρασίδας βαριά τραυματισμένος κατόρθωσε να επιζήσει. 

5η Οκτωβρίου 1941. Το όργιο συνεχίζεται. Εκτελούνται ο Γιώργος Τσιρόπουλος 46 ετών, ο Απόστολος Κυριακού 50 ετών, ο Απόστολος Μηλιάδης 52 ετών ο Πέτρος Μεκίκης 32 ετών και ο Σπύρος Μυτιληναίος 55 ετών. Ο τρόμος κι ένα σύννεφο μαύρου καπνού σκεπάζουν το χωριό. Το απόγευμα της ίδιας μέρας οι στρατιώτες και οι χωροφύλακες συγκεντρώνουν όλους τους κατοίκους του χωριού στο χώρο μπροστά από τον αστυνομικό σταθμό. Απέναντι τους είναι στημένα μία σειρά πολυβόλα. Οι στιγμές είναι ιδιαίτερα κρίσιμες. Γίνονται έντονες διαβουλεύσεις μεταξύ του στρατού και της χωροφυλακής. Κάποια στιγμή οι στρατιώτες παίρνουν θέση μπροστά στα πολυβόλα. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ο θόρυβος μιας μηχανής και σε λίγο έφτασε ένας γερμανός στρατιώτης. Αναζήτησε τον επί κεφαλής των στρατιωτών και του παρέδωσε ένα φάκελο. Αυτός αφού τον άνοιξε και διάβασε το περιεχόμενο διέταξε αμέσως τους συγκεντρωμένους να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Την τελευταία στιγμή απετράπησαν τα χειρότερα, δηλαδή η μαζική σφαγή των κατοίκων του χωριού.

6η Οκτωβρίου 1941. Επιστρέφει στο χωριό ο Πρόεδρος Βόρις Στόεφ και συγχαίρει τον Στογιάνοφ γιατί, δήθεν, κατόρθωσε να επιβάλει την τάξη. Το απόγευμα της ίδιας μέρας μια σειρά από κάρα φορτωμένα με τα προϊόντα της λεηλασίας ξεκινά για την Καβάλα. Όμως ο χορός του αίματος δεν τελείωσε ακόμη. ΄Εξω από το χωριό στη θέση Αλώνια εκτελούν τον Γιώργο Μωραιτίδη 33 ετών. Ήταν το τελευταίο θύμα της επιχείρησης εκκαθάρισης και τρομοκρατίας των φασιστικών βουλγάρικων δυνάμεων κατοχής1.

Από το βιβλίο του Πολιτιστικού Συλλόγου Φιλίππων <<ΣΕΛΙΑΝΗ – ΜΕΣΟΡΕΜΑ – ΦΙΛΙΠΠΟΙ. Ένας αιώνας >> Συγγραφή Κώστα Πούλια

Κατηγορία Κοινωνία

Μια από τις πιο σκοτεινές -ενδεχομένως και άγνωστες- περιόδους της ιστορίας της Καβάλας κατά τον 20ο αιώνα ήταν η 2η κατοχή της από τους Βούλγαρους. μια κατοχή που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1916, όταν οι Βούλγαροι -που δεν είχαν ξεχάσει την απελευθέρωση της Καβάλας από τους Έλληνες το 1913- μπήκαν στην μακεδονική πόλη, και ολοκληρώθηκε το 1918. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ντοκουμέντα για εκείνη την εποχή αποτελεί η παραγωγή του Ιστορικού και Λογοτεχνικού Αρχείου Καβάλας για τις 3 βουλγαρικές κατοχές, η οποία αφηγείται με το δικό της εξαιρετικό τρόπο η παλαιά και έμπειρη συνάδελφος Βιβή Σοφιανού (και την οποία παραθέτουμε χωρίς περαιτέρω σχολιασμό)

Το επίμαχο απόσπασμα ξεκινάει από το 7:15 και ολοκληρώνεται στο 17:35

Μια άλλη, όμως, εξίσου άγνωστη πτυχή της 2ης αυτής κατοχής (η οποία μπορεί να θεωρηθεί, ίσως όχι άδικα, ως "λεπτομέρεια" μπροστά στους διωγμούς, στον εκτοπισμό και τη θανάτωση από πείνα, αλλά είναι ενδεικτική του πώς ενεργούσαν εκείνα τα χρόνια οι Βούλγαροι κατακτητές) ήταν και η αρπαγή πολύτιμων και σημαντικών αρχαιοτήτων, κειμένων και βιβλίων, όχι μόνο από την Καβάλα αλλά και την υπόλοιπη Ανατολική Μακεδονία -όπως από την Ι.Μ. Παναγίας Εικοσιφοίνισσας και την Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες. Μια από αυτές είναι και η αρπαγή της βιβλιοθήκης του Μεχμέτ Αλή, η οποία έλαβε χώρα την 1η Ιουνίου 1917 (σαν σήμερα, δηλαδή, πριν από ακριβώς έναν αιώνα).

Η αρπαγή αυτή έγινε για πρώτη φορά γνωστή στις 7 Απριλίου 1918, όταν σε μια συνεδρίαση της ελληνικής Βουλής ο τότε υπουργός Εξωτερικών Νικόλαος Πολίτης -στο πλαίσιο εκτενούς αναφοράς για τη λεηλασία αρχαιοτήτων από τους Βούλγαρους κατακτητές- τόνισε ότι:

"Η πλούσια Βιβλιοθήκη του Mehmet Ali απήχθη επίσης εκ Καβάλας"

Όπως αναφέρεται στον ιστορικό οδηγό "Ανατολική Μακεδονία", που επιμελήθηκε το 2008 ο ιστορικός Γεώργιος Παπάζογλου για λογαριασμό της περιφέρειας ΑΜΘ -και ο οποίος συχνά διανέμεται από τους εκάστοτε διοικητές της αντιπεριφέρειας Καβάλας σε καλεσμένους-, η κλαπείσα βιβλιοθήκη δεν είναι άλλη από τη Βιβλιοθήκη της Θεολογικής Μουσουλμανικής Σχολής, η οποία στεγαζόταν στην ανατολική πλευρά του κτιριακού συγκροτήματος του Ιμαρέτ, και η ίδρυση της οποίας θα πρέπει να τοποθετηθεί στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, παράλληλα πιθανότητα με την ίδρυση της Θεολογικής σχολής. Η βιβλιοθήκη εμπλουτιζόταν στη διάρκεια του 19ου αιώνα με χειρόγραφους κώδικες και βιβλία προερχόμενα είτε από την Κωνσταντινούπολη είτε από δωρεές του χεδίβη (ηγέτη) της Αιγύπτου είτε από τη μουσουλμανική κοινότητα της Καβάλας, ενώ σύμφωνα με καταθέσεις των Μουσουλμάνων του Ιμαρέτ στην Commission Interalliée -το 1919- φαίνεται να διέθετε περί τους 1232 τόμους.

Η αρπαγή της βιβλιοθήκης, όπως αναφέραμε, έγινε την 1η Ιουνίου 1917. ο Βούλγαρος διοικητής της Καβάλας Georgief, με συνοδεία στρατιωτών (και πιθανόν και του Έλληνα δημάρχου της Καβάλας Σερδάρογλου, αν και κατά πάσα πιθανότητα ο τελευταίος πλανήθηκε από τους κατακτητές), παρουσιάσθηκε στο Ιμαρέτ και δήλωσε στους καθηγητές της Θεολογικής Σχολής ότι έχει εντολή να πάρει το σύνολο των "βιβλίων" της Βιβλιοθήκης για να το προστατεύσει από ενδεχόμενους βομβαρδισμούς της Αντάντ. Ισχυρίσθηκε μάλιστα ότι ο ίδιος ο Abbas pacha, χεδίβης της Αιγύπτου, έγραψε στο βασιλιά της Βουλγαρίας και ζήτησε να παρθούν τα "βιβλία" για να "προστατευθούν"!! Στις απαντήσεις των μουσουλμάνων της Σχολής ότι ο Abbas pacha δεν ήταν πια χεδίβης της Αιγύπτου, επομένως δεν είχε καμία αρμοδιότητα, και ότι η Βιβλιοθήκη -εξαιτίας ακριβώς της σπουδαιότητάς της- "είναι γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο που ούτε οι Άγγλοι, ούτε οι Γάλλοι θα την κατέστρεφαν" οι Βούλγαροι έκλεισαν τα αυτιά τους και μετέφεραν τα "βιβλία" στις άμαξες που για αυτόν τον σκοπό περίμεναν έξω από το Ιμαρέτ.

Λεπτομέρειες για την ιστορία της βιβλιοθήκης, το γενικότερο ιστορικό υπόβαθρο της εποχής και την πιθανή τύχη της κλαπείσας βιβλιοθήκης παραθέτουν ο γενικός διευθυντής του Ιμαρέτ Θεόδωρος Μουριάδης και ο γνωστός ιστορικός -και πρώην προϊστάμενος των Γενικών Αρχείων του Κράτους στην Καβάλα- Κυριάκος Λυκουρίνος.

Κατηγορία Κοινωνία

Μια πολυετής και κοπιαστική προσπάθεια, γεμάτη περιπέτειες στο πέρασμα εκατοντάδων ετών που στόχευσε στην επιστροφή των κλεμμένων κειμηλίων της Ιεράς Μονής Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, είχε το απόγευμα του Σαββάτου αίσιο τέλος, με την παράδοση ενός χειρόγραφου κειμένου του 9ου αιώνα, ανεκτίμητης ιστορικής αξίας, γνωστού ως Κώδικας 1424, από τον αρχιεπίσκοπο Αμερικής Δημήτριο στον μητροπολίτη Δράμας Παύλο και την ηγουμένη της Ιεράς Μόνης γερόντισσα Αλεξία.

Στον ιερό μητροπολιτικό ναό Εισοδίων της Θεοτόκου, την παραμονή του εορτασμού της Αγίας Βαρβάρας, πολιούχου και προστάτιδας της Δράμας, ολοκληρώθηκε μια μακρά προσπάθεια και ταυτόχρονα έγινε η αρχή για τον επαναπατρισμό πολύτιμων κειμηλίων που το 1917 εκλάπησαν από τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής, τα οποία προκάλεσαν ανυπολόγιστες καταστροφές και θηριωδίες στο μοναστήρι της Εικοσιφοίνισσας όπου φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας.

Οι άοκνες προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και η συνεχής προσπάθεια του μητροπολίτη Δράμας Παύλου για την επιστροφή των κειμηλίων απέδωσαν καρπούς. Μέσα σε κλίμα βαθειάς συγκίνησης και χριστιανικής αδελφοσύνης, ο πρόεδρος της Λουθηρανικής Θεολογικής Σχολής του Σικάγου αιδεσιμότατος James Nieman παρέδωσε τον Κώδικα 1424, ο οποίος για 100 και πλέον χρόνια βρίσκονταν στη νόμιμη κυριότητα της Λουθηρανικής Θεολογικής Σχολής.

Τι περιλαμβάνει ο κώδικας

Ο «Κώδικας 1424» (Codex 1424), όπως ονομάζεται το κειμήλιο, αποτελεί το παλαιότερο πλήρες χειρόγραφο της Καινής Διαθήκης στον κόσμο, γραμμένο στα ελληνικά στη ρέουσα γραφή. Είχε πουληθεί στις ΗΠΑ -όπου κατέληξε- το 1920 από έναν Ευρωπαίο βιβλιοπώλη, και βρέθηκε στην κατοχή της Λουθηρανής Θεολογικής Σχολής του Σικάγου, όπου φυλάσσονταν μέχρι σήμερα.

Πρόκειται για ένα από τα εκατοντάδες χειρόγραφα και άλλα αντικείμενα- ανεκτίμητα κειμήλια της θρησκευτικής και πολιτισμικής κληρονομιάς, που αφαιρέθηκαν από την Παναγία Εικοσιφοίνισσα και άλλες μονές (αλλά και από την Καβάλα) κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως αποκαλύφθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, τα περισσότερα απ΄ αυτά βρίσκονται σήμερα στη Σόφια, στο Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujev και στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της γειτονικής χώρας, και έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς αιτήματα για την επιστροφή τους, ενώ ένας αριθμός κειμηλίων βρίσκεται σε βιβλιοθήκες εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ιδιωτικές συλλογές της Ευρώπης και των ΗΠΑ.

Ένα απ΄ αυτά είναι ο «Κώδικας 1424», που γράφτηκε τον 9ο ή 10ο αιώνα από τον μοναχό Σάββα. Το χειρόγραφο έχει διαστάσεις 28 επί 18 εκατοστά και στις 674 σελίδες του (337 φύλλα γραμμένα και στις δύο πλευρές, με 29 ως 33 γραμμές ανά σελίδα), περιλαμβάνει το σύνολο της Καινής Διαθήκης. Αιώνες μετά τη γραφή του προστέθηκαν ως σχόλια στα περιθώρια των σελίδων αποσπάσματα κειμένων του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, του Βασιλείου του Μεγάλου και άλλων.

Επιπλέον, όπως επισημαίνεται, είναι ασυνήθιστη η σειρά των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, όπως παρατίθενται στο χειρόγραφο. Για παράδειγμα, το βιβλίο της Αποκάλυψης, που σήμερα βρίσκεται στο τέλος της Καινής Διαθήκης, εδώ προηγείται των επιστολών του Αποστόλου Παύλου.

Το γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχη

Ο αρχιεπίσκοπος Αμερικής Δημήτριος στην έναρξη της τελετής ανέγνωσε το γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχη προς τον μητροπολίτη Παύλο, στο οποίο τονίζεται ο αδιάκοπος αγώνας της Μητέρας Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης για να επιστραφούν όλοι οι κλεμμένοι θησαυροί. Ο Παναγιότατος στην επιστολή του αναφέρει ότι το συγκεκριμένο ευαγγελικό κείμενο παραδίδεται ως δώρο Θεού και αποτελεί την αρχή για τη δικαίωση όλων των προσπαθειών.

Ο αρχιεπίσκοπος Δημήτριος υπερτόνισε τη χειρονομία και τη κίνηση της πανεπιστημιακής κοινότητας της Λουθηρανικής Θεολογικής Σχολής να επιστρέψει οικεία βουλήσει το σημαντικό αυτό κειμήλιο επισημαίνοντας ότι ένα τέτοιο κείμενο σπάνια επιστρέφεται, καθώς βρίσκονταν στη νόμιμη κυριότητα της Θεολογικής σχολής, ενώ τόνισε ότι μόλις φέτος διαπιστώθηκε η ιστορική αλήθεια του κειμένου και ξεκίνησαν οι διαδικασίες για την επιστροφή του.

Μηνύματα «Χάριτος» και «Ειρήνης»

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η ομιλία του προέδρου της Λουθηρανικής Θεολογικής Σχολής του Σικάγου αιδεσιμότατου James Nieman ο οποίος αναφέρθηκε στο διαχρονικό και πάντα επίκαιρο μήνυμα του Ιησού Χριστού για ειρήνη, συναδέλφωση, αλληλεγγύη. Ο αιδεσιμότατος τόνισε ότι Ορθόδοξοι και Λουθηριανοί «διαβάζουμε από το ίδιο βιβλίο» που φέρει την ευχή της «Χάριτος» και της «Ειρήνης» που αποτελούν και μηνύματα του Αποστόλου Παύλου.

«Η επιστροφή του σημαντικού αυτού έγγραφου», σημείωσε, «αποτελεί χειρονομία συνεργασίας και ειρήνης. Η σημερινή ανταλλαγή αποτελεί μια απέραντη χαρά αλλά και μια απέραντη λύπη. Σας το επιστρέφουμε με λύπη γιατί θα το στερηθούμε αλλά και με ξελάφρωμα ψυχής ως ένδειξη «Χάριτος» και «Ειρήνης» για την ένωση, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη των δυο χριστιανικών κοινοτήτων».

Ο αιδεσιμότατος James Niema υπογράμμισε ακόμα ότι «το δώρο της επιστροφής ας αποτελέσει τον σπόρο που θα καρποφορήσει τη συνεργασία και την αλληλεγγύη ανάμεσα στους χριστιανούς» συμπληρώνοντας ότι «Ορθόδοξοι και Λουθηρανοί δεν είμαστε τόσο ξένοι όσο φαντάζεστε, από τον 16ο αιώνα υπήρχε επικοινωνία ανάμεσα σε Λουθηριανούς θεολόγους και το Οικουμενικό Πατριαρχείο και σήμερα αυτή η επικοινωνία αναζωπυρώνεται φανερώνοντας το ενδιαφέρον για αμοιβαία κατανόηση».

Αυστηρή γλώσσα από τον μητροπολίτη Παύλο

Στον σύντονο χαιρετισμό του ο σεβασμιότατος μητροπολίτης Δράμας Παύλος απηύθυνε ενθέρμους ευχαριστηρίους λόγους τόσο προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη όσο και τον αρχιεπίσκοπο Δημήτριο, κυρίως όμως προς τη Λουθηρανική Θεολογική Σχολή του Σικάγου για την πολύ σημαντική απόφαση που έλαβε.

Έκανε μια σύντομη αναφορά στην ιστορική και μαρτυρική πορεία της Ιεράς Μονής Παναγίας Εικοσιφοίνισσας και δεν δίστασε να μιλήσει με αυστηρή γλώσσα για τις θηριωδίες των ορθοδόξων Βούλγαρων σημειώνοντας «σήμερα επιδεικνύουν τα κλεμμένα κειμήλια στη Σόφια χωρίς καμία ντροπή σα να είναι δικά τους όλα αυτά τα ιστορικά και θρησκευτικά κειμήλια της Ιεράς Μονής Παναγίας Εικοσιφοίνισσας.

Ο μητροπολίτης Παύλος εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη που είχε το θάρρος ακόμα και ενώπιων του Πρόεδρου της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας να θέσει το θέμα της επιστροφής των κειμηλίων και τόνισε με έμφαση: «Θα πρέπει οι Βούλγαροι ορθόδοξοι αδελφοί μας να διδαχθούν από τα λόγια του αιδεσιμότατου James Niema που φέρνει από τον Νέο Κόσμο το μήνυμα της διδασκαλίας του Κυρίου για συνεργασία, αγάπη, ειρήνη και αλληλεγγύη».

Στο τέλος της ιδιαιτέρα συγκινητικής τελετής ο μητροπολίτης Παύλος απένειμε το χρυσό μετάλλιο του Αγίου Εθνομάρτυρα Χρυσοστόμου, που αποτελεί την ύψιστη τιμή της Ιεράς Μητρόπολης Δράμας, στον αρχιεπίσκοπο Δημήτριο, στον αιδεσιμότατο James Nieman και στον διακεκριμένο ελληνοαμερικανό δικηγόρο που εθελοντικά προσφέρθηκε να συμμετάσχει στην ολοκλήρωση των νομικών διαδικασιών για την επιστροφή του ιστορικού κειμηλίου.

Πηγή: ΑΠΕ

Κατηγορία Κοινωνία

Πολλοί ήταν και αυτό το Σαββατοκύριακο οι τουρίστες από την Τουρκία και την Βουλγαρία που προτίμησαν να επισκεφτούν την Καβάλα εκμεταλλευόμενοι το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας. Μόνο την Κυριακή κατέφτασαν στην πόλη μας 10 λεωφορεία από την Τουρκία και 2 από την Βουλγαρία (ανάλογες ήταν οι εικόνες και το Σάββατο), με τους παραθεριστές να μην πτοούνται από τον συννεφιασμένο καιρό και να απολαμβάνουν την βόλτα τους στο λιμάνι και την επίσκεψή τους στα αξιοθέατα της πόλης.

Εντύπωση, πάντως, προκάλεσε η παρουσία ενός συνεργείου (με έναν εικονολήπτη και έναν παρουσιαστή) στο λιμάνι της Καβάλας, το οποίο έκανε λήψεις από διάφορα σημεία της πόλης. Όπως διαπιστώσαμε, επρόκειτο για συνεργείο από το τουρκικό τηλεοπτικό κανάλι Tek Rumeli (με έδρα την Κωνσταντινούπολη) -αποτελούμενο από τον παρουσιαστή Elbi Yanki και τον εικονολήπτη Murat Şen-, το οποίο και έκανε γυρίσματα στην Καβάλα αλλά και σε άλλες περιοχές της περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (όπως την Ξάνθη και την Αλεξανδρούπολη) στο πλαίσιο ταξιδιωτικής εκπομπής που θα προβληθεί το ερχόμενο Σάββατο. Τα μέλη του συνεργείου εμφανίστηκαν ενθουσιασμένα από τις ομορφιές της Καβάλας, την οποία επισκέφτηκαν για πρώτη φορά, και έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στο ότι η πόλη συνεχίζει να αποτελεί έναν ιδιαίτερα δημοφιλή προορισμό για Τούρκους που προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Θράκης.

Κατηγορία Κοινωνία

Insta

146542863

 

Nautical Club Of Kavala Logo

  44493438 1978268539139579 1920803640713412608 N

Konstantinos Jewellery Banner  

Tetrakopterakias

OLKLOGO

18411 1597428757160899 3262623372867792020 N

Kreka

Odeio

Vitrokosmos

Dhmh

DeltaTV Logo

Star Dramas

1174612 371849632918150 1744395463 N

Emedia

Logo

Το Kavala-Portal αποτελεί μια αξιόπιστη λύση για την καθημερινή σας ενημέρωση για όλα τα νέα στο νομό Καβάλας. Όλα τα κείμενα και οι φωτογραφίες αυτού του ιστότοπου αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία του "Kavala-Portal.gr". Μπορείτε να χρησιμοποιήστε οποιοδήποτε υλικό εφόσον αναφέρετε ως πηγή το "www.kavala-portal.gr".

Ελάτε στην παρέα μας